Βιογραφικό Αντώνη Μανιτάκη

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1944, όπου και περάτωσε τις βασικές νομικές του σπουδές, με το βαθμό άριστα, στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Συνέχισε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιου των Βρυξελλών λαμβάνοντας πτυχίο ειδίκευσης στο Διοικητικό Δίκαιο και αργότερα διδακτορικό δίπλωμα.

 

Η διατριβή του δημοσιεύτηκε σε γνωστό εκδοτικό οίκο του Βελγίου με τίτλο : «La liberté du commerce et de l’industrie en droit belge et en droit français, Bruxelles, Bruylant, 1979» («οικονομική ελευθερία και κρατικός παρεμβατισμός στο γαλλικό και βελγικό δίκαιο»). Στην πρώτη του αυτή μονογραφία, στην οποία μελετά διεξοδικά τη γαλλική και βέλγικη διοικητική νομολογία ο Αντώνης Μανιτάκης, διαμορφώνει την νομική του σκέψη και αποκτά στέρεες γνώσεις στο συγκριτικό δίκαιο. Την ίδια εποχή και όσο διαρκούν οι σπουδές του παντρεύεται με την Γιώτα Κραββαρίτου, νομικό με τις ίδιες σπουδές, με την οποία αποκτά δύο γιούς, το Νικόλα και το Βαγγέλη.

 

Με την μεταπολίτευση επιστρέφει στη γενέθλια πόλη, όπου εγκαθίσταται με την οικογένειά του και υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία. Διορίζεται επιμελητής στην έδρα του Γενικού Δημοσίου Δικαίου, την οποία κατείχε τότε ο καθηγητής Δημήτρης Τσάτσος. Το 1981 γίνεται υφηγητής και ένα χρόνο αργότερα, εκλέγεται έκτακτος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στην έδρα του αγαπημένου του δασκάλου Αριστόβουλου Μάνεση, σε ηλικία τριάντα οχτώ ετών.

 

Η υφηγεσία του με το φιλοσοφικό τίτλο, «Το Υποκείμενο των συνταγματικών δικαιωμάτων, μια συμβολή στην θεωρία διάσπασης του ανθρώπου σε άτομο και μέλους του κοινωνικού συνόλου» προδίδει την αγάπη του στη Γενική θεωρία του Δικαίου και του Κράτους, καθώς και των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Έκτοτε και μέχρι σήμερα διδάσκει Συνταγματικό δίκαιο, δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων και Πολιτειολογία. Έχει επισκεφθεί και έχει διδάξει για σύντομο χρονικό διάστημα στα Πανεπιστήμια του Μονπελιέ, του Παρισιού Χ (Ναντέρ), της Ναντ, του Σαιν-ντ-Ετιεν, της Ρώμης, ενώ εργάστηκε, ως επισκέπτης ερευνητής, στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον των Η.Π.Α.

 

Οι επιστημονικές του δραστηριότητες πολυσχιδείς: είναι διευθυντής δύο επιστημονικών σειρών στις εκδόσεις Σάκκουλα, επιμελητής πολλών συλλογικών εκδόσεων, πρόεδρος και συνιδρυτής του Ομίλου Συνταγματολόγων «Αριστόβουλος Μάνεσης», μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού το «Σύνταγμα», νομικός της πράξης, με πλήθος δημοσιευμένες και αδημοσίευτες γνωμοδοτήσεις και παραστάσεις στο ΣτΕ. Το πλούσιο και συνεχές συγγραφικό του έργο, που διογκώνεται αντί να μειώνεται τα τελευταία χρόνια, εκτείνεται σε 11 μονογραφίες και 110 μελέτες, στα ελληνικά και γαλλικά. Δομείται γύρω από τρεις βασικούς άξονες: κράτος δικαίου και δικαιώματα, δημοκρατία και γενική θεωρία και ερμηνεία του συντάγματος. Στη μελέτη του Κράτους δικαίου και δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων», είχε αφιερώνει ένα μεγάλο διάστημα της επιστημονικής του έρευνας συγγράφοντας τη δεύτερη μεγάλη μονογραφία του, το 1993.

 

Η έρευνα αυτή τον απασχολεί ακόμη και σήμερα, παρεμβαίνοντας στην πρόσφατη συζήτηση για την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, με αυτοτελή δημοσίευση. Τάσσεται κατά της σχετικής αναθεωρητικής πρότασης παραθέτοντας σειρά επιστημονικών επιχειρημάτων. Σημαντικό πτυχή της συγγραφικής του δραστηριότητας είναι και η ενασχόληση του με την ερμηνεία του Συντάγματος. Στο βιβλίο του «Ερμηνεία του Συντάγματος και λειτουργία του Πολιτεύματος, Αθήνα, Αντ. Σάκκουλας, 1996», συμπυκνώνει τους προβληματισμούς δύο περίπου δεκαετιών. Αναζητώντας επίμονα να συνδέσει τη συνταγματική θεωρία με την πράξη εισάγει στην επιστήμη του Ελληνικού Συνταγματικού δικαίου την έννοια του πραγματικού συντάγματος, την οποία εμπνέεται κατά βάση από την ιταλική θεωρία. Οι μελέτες του, αναρίθμητες, καλύπτουν ένα μεγάλο φάσμα συνταγματικής θεωρίας, ενώ παρακολουθούν και εντάσσονται κάθε φορά στη συνταγματική επικαιρότητα. Το έργο του, αξιοποιεί συνθετικά επιρροές από τη γαλλική αλλά και την ιταλική θεωρία, την οποία λατρεύει και με την οποία εξοικειώνει την ελληνική συνταγματική σκέψη, με αγαπημένους στοχαστές και συνομιλητές του τους καθηγητές και πρώην Προέδρους του Ιταλικού Συνταγματικού Δικαστηρίου G. Zagrebelsky και τον Antonio Baldassare καθώς και τον φίλο του ελληνόφωνο καθηγητή Ant. Ruggeri.

 

Στη δεκαετία του ’90, αν και επίμονα γαλλόφωνος, όλο και περισσότερο εμπνέεται, πάντως, από την αγγλόφωνη βιβλιογραφία. Η ολοκλήρωση ωστόσο της συγγραφικής του δραστηριότητας έρχεται, κάπως καθυστερημένα, με την έκδοση του πρώτο τόμου του «Ελληνικού Συνταγματικού Δικαίου, Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, το 2004, με 500 σελίδες. Έργο ζωής, το απόσταγμα πολυετούς διδακτικής εμπειρίας και επιστημονικής έρευνας, έχει τη δομή συστηματικής μελέτης του γνωστικού αντικειμένου στο οποίο αφιέρωσε τη ζωή του. Τον πρώτο αυτό τόμο του συγγράμματός του αρχίζει αναλύοντας τις έννοιες του Συντάγματος και του συνταγματισμού και τελειώνει με το δικαίωμα αντίστασης, φοιτητική ανάμνηση από τους αγώνες της γενιάς του «1-1-4».

 

Ο ίδιος το αντιλαμβάνεται ως συνέχεια της ελληνικής συνταγματικής παράδοσης, που αρχίζει με τον Ν. Ι. Σαρίπολο, συνεχίζει με τον Αλέξανδρο Σβώλο και καταλήγει στον Αριστόβουλο Μάνεση. Άλλωστε η πρωτοτυπία της συνταγματικής του σκέψης εντοπίζεται στην προσπάθειά του να αναδείξει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και την ταυτότητα του ελληνικού συνταγματισμού.

 

Την στερεή νομική του παιδεία, χωρίς να την υποτάσσει, την αξιοποιεί συχνά για να δραστηριοποιηθεί στη δημόσια σφαίρα και να πάρει υπεύθυνη και τεκμηριωμένη θέση σε συνταγματικές αμφισβητήσεις πού απασχολούν την επικαιρότητα και σχετίζονται με τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η πρώτη δημόσια παρέμβαση είναι αυτή που συνδέθηκε με την επονομαζόμενη «ψήφο Αλευρά», το 1985. Συντασσόμενος με την θέση του δασκάλου του, Μάνεση, υποστηρίζει ότι ο Πρόεδρος της Βουλής, όσο ασκεί καθήκοντα αναπληρωτή Πρόεδρου της Δημοκρατίας δεν δικαιούται να ασκεί παράλληλα και καθήκοντα βουλευτή. Και τη θέση του αυτή την στήριξε επιστημονικά συγγράφοντας από κοινού με τον Μάνεση αυτοτελή, εκτενή μελέτη, που δημοσιεύτηκε, λίγα χρόνια αργότερα, στο Νομικό Βήμα.

 

Διατελεί για δυο σχεδόν δεκαετίας Πρόεδρος της Ένωσης Πολιτών Θεσσαλονίκης για το Περιβάλλον και τον Πολιτισμό, μιας μη κυβερνητικής οργάνωσης, που παρεμβαίνει ως ομάδα πίεσης σε ζητήματα που αφορούν την Πόλη της Θεσσαλονίκης. Η πλέον σημαντική παρέμβαση της Ένωσης είναι η μαζική κινητοποίηση των πολιτών για τη μη μετατροπή του ρωμαϊκού μνημείου της «Ροτόντα» σε λατρευτικό χώρο και σε προσκυνηματικό ναό, όπως ήθελε η Μητρόπολις Θεσσαλονίκης. Η μετατροπή αποφεύχθηκε, τελικά, χάρις σε ευνοϊκή απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας μετά από προσφυγή της Ένωσης Πολιτών. Στο πλαίσιο των ίδιων παρεμβάσεών του στη δημόσια σφαίρα αρθρώνει λόγο, κατά του εθνικισμού και του λαϊκισμού, με αφορμή τα συλλαλητήρια στη Θεσσαλονίκη και τις εθνικιστικές κινητοποιήσεις για το όνομα της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Στα τέλη της δεκαετίας του ΄90 παρεμβαίνει στην διαμάχη Εκκλησίας και Κράτους σχετικά με το συνταγματικό χωρισμό τους καθώς στο ζήτημα των «ταυτοτήτων», με άρθρα στα νομικά περιοδικά και στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο.

 

Για τον σκοπό αυτό εκδίδει βιβλίο με τίτλο: «Οι σχέσεις της Εκκλησίας με το Κράτος έθνος», εκδόσεις Νεφέλη, υποστηρίζοντας την γενετική σχέση του ελληνορθόδοξου εκκλησιαστικού λόγου με τον εθνικιστικό λόγο, που οφείλεται εν πολλοίς στην ίδρυση της αυτοκέφαλης ορθόδοξης εκκλησίας της Ελλάδος από το ίδιο το εθνικό κράτος, ως στήριγμα και εξάρτημά του. Συμμετέχει ενεργά στις δραστηριότητες του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ ως μέλος του Ινστιτούτου «Ν. Πουλαντζάς» και αγωνίζεται για την οικοδόμηση μιας «άλλης Ευρώπης», αρθρογραφώντας στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο για το «Ευρωπαϊκό Σύνταγμα» και θέτοντας υποψηφιότητα, συμβολικά, ευρω-βουλευτή στο ψηφοδέλτιο του Συνασπισμού. Ένα μέρος των δημοσιεύσεών του στον τύπο και των παρεμβάσεών του στην συνταγματική επικαιρότητα κυκλοφορεί το 1997, σε βιβλιαράκι με τίτλο, «Η συνταγματική συγκυρία της μεταπολίτευσης», Εξάντας. Τα επίκαιρα δημοσιεύματά του κυρίως στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» και στο μηνιαίο περιοδικό ο «Πολίτης» συνθέτουν την εικόνα ενός ανθρώπου, που αξιοποιεί την επιστημονική του κατάρτιση για να ασκήσει κριτική στην εξουσία και να παρέμβει υπεύθυνα και τεκμηριωμένα στην κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου.

 

Πρόσφατο παράδειγμα, ένα κείμενο που έκανε αίσθηση και έγραψε με αφορμή τις πυρκαγιές στο αγαπημένο του Πήλιο, στο οποίο περνά τις καλοκαιρινές διακοπές του συγγράφοντας, με τίτλο «Και το Πήλιο έχει ψυχή». Εκφράζει την αγωνία του νομικού, που διαπιστώνει ότι η νομική και συνταγματική προστασία του περιβάλλοντος δεν αρκούν για να προστατεύσουν τους κατοίκους μιας περιοχής και να τους εξασφαλίσουν μια αιειφόρο ανάπτυξη.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 γίνεται αναπληρωτής πρόεδρου του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης. Και εκεί δεν θυσιάζει την άποψή του και δεν διστάζει να παραιτηθεί μετά από 2μισυ χρόνια θητεία όταν διαφωνεί με τον Υπουργό Τύπου, για θέματα που αφορούσαν την θεσμική ανεξαρτησία της Αρχής.
Διακριτή είναι και η παρέμβασή του στη συνταγματική αναθεώρησή του 2001, την οποία δεν διστάζει να χαρακτηρίσει άνευρη και ανούσια, και να της προσάψει την συνταγματική μομφή ότι οδήγησε με τις λεπτομερειακές και φλύαρες διατάξεις της σε μια ανεπίτρεπτη «εκνόμευση» του Συντάγματος, υπερασπιζόμενος το Σύνταγμα ως σύμβολο της εθνικής μας δημοκρατικής ταυτότητας και ως σύνοψη των θεμελιωδών αρχών και αξιών, πάνω στην οποία βασίζεται η πολιτική μας συμβίωση, τώρα και δύο αιώνες. Αρχές που χρειάζεται να μείνουν άθικτες από την εξουσιαστική βουλιμία των συγκυριακών κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών. Τις απόψεις του αυτές συμπυκνώνει σε ένα μαχητικό κείμενο που εξέδωσε με αφορμή την πρόταση για τη νέα αναθεώρηση με τίτλο, «Ο ελληνικός συνταγματισμός αντιμέτωπος με τον πλειοψηφικό αναθεωρητισμό».

 

Ασκεί κριτική στην προσπάθεια πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης με βασικό εργαλείο την ιδεολογική χρήση του Συντάγματος και με την τεχνητή μεταφορά στην Ευρώπη, διαδικασιών και θεσμών ενοποίησης, που δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο του εθνικού κράτους και της εθνικής αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, χωρίς να έχουν δημιουργηθεί στην Ευρώπη οι αντίστοιχες ή ανάλογος κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις. Υποστηρίζει με θέρμη την άποψή του ότι η πολιτική Ευρώπη, αν θέλει να μετατραπεί σε ομοσπονδιακό κράτος, δεν μπορεί να κτιστεί χωρίς δικό της λαό και χωρίς δική της κυριαρχία. Αλλά ούτε ευρωπαϊκή συνταγματική δημοκρατία είναι νοητή χωρίς τη συντακτική βούληση των λαών της Ευρώπης και με πλήρη αγνόηση της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, που αποτελούν τα βάθρα της εθνικής δημοκρατίας.

 

Συμπύκνωση του πολιτικού του αυτού στοχασμού, το βιβλίο του «Το Σύνταγμα της Ευρώπης αντιμέτωπο με την εθνική και λαϊκή κυριαρχία», στις εκδόσεις Παπαζήση, 2004. Μέσα από τις πλούσιες δημοσιεύσεις του για το ζήτημα της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης διακρίνει κανείς τον οραματιστή δημοκράτη Ευρωπαίο, που αγωνίζεται να πείσει ότι η πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης είναι και αναγκαία και εφικτή. Θα πραγματοποιηθεί όμως μόνον εφόσον γίνει σεβαστή η συνταγματική αυτονομία των κρατών μελών και μαζί με αυτήν η πολιτική και εθνική ταυτότητα των λαών της Ευρώπης. Η δημοκρατία στην Ευρώπη κτίζεται μεν σε αντιμετάθεση με το εθνικό κράτος και την κρατική κυριαρχία, την οποία απομυζά σταδιακά, θεμελιώνεται όμως στη λαϊκή κυριαρχία των λαών της Ευρώπης, ως συνένωση των εθνικών δημοκρατιών, ως ένωση των λαών και δημοκρατία των παλλαπλών δήμων.

 

Το πάθος του για τη Δημοκρατία και τις συλλογικές αξίες της συλλογικής αυτονομίας και της αυτοκυβέρνησης των λαών,
δεν το έκρυψε, ούτε ως δάσκαλος ούτε ως επιστήμονας ούτε ως πολίτης.
Το υπέταξε ωστόσο στους κανόνες και στις απαιτήσεις της επιστημονικής αναζήτησης και τεκμηρίωσης καθώς και στα καθήκοντα που είχε ως ακαδημαϊκός δάσκαλος. Την ιδιότητα του δασκάλου την τοποθετούσε, πάντα, πάνω από όλες τις άλλες και επιδίωξε να την υπηρετήσει με συνέπεια και με θάρρος κάνοντας συνετή χρήση της ακαδημαϊκής ελευθερίας, που του επέτρεπε να υπερασπίζεται χωρίς συμβιβασμούς την ανεξαρτησία της επιστημονικής του γνώμης του και να δείχνει παράλληλα στους νεώτερους ότι το ακαδημαϊκό ήθος μαζί με το δημοκρατικό είναι αρετές που μπορεί και πρέπει να κοσμούν τους πανεπιστημιακούς δασκάλους.

 

Την 17η Μαΐου 2012 ορκίστηκε Υπουργός Εσωτερικών της Υπηρεσιακής Κυβέρνησης Παναγιώτη Πικραμμένου μέχρι τη διενέργεια των εκλογών της 17ης Ιουνίου 2012.

Στις 21 Ιουνίου 2012 ορκίστηκε Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης

Έχει δυο γιους. Είναι παντρεμένος με την Κλεοπάτρα Θεοδώρου.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

images_184-c7a6329097

Βράβευση από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
Για την πανεπιστημιακή διδασκαλία του τον Δεκέμβριο του 2007.


images_DSC08078

68 Χρόνια από τη σφαγή στο Δίστομο
Εκπροσωπώντας την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό Παναγιώτη Πικραμμένο στην Ιστορική επέτειο.

Φωτογραφίες