Οι παγίδες και αντιφάσεις του εθνικο-λαϊκιστικού λόγου

Με αφορμή το βιβλίο της Αννας Φραγκουδάκη:

«Ο εθνικισμός και η άνοδος της ακροδεξιάς» εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2013, 278 σελίδες

 

Περίληψη:.
{Πίσω από τον εθνικολαϊκισμό ελλοχεύει ο ολοκληρωτισμός, επισημαίνει η συγγραφέας. Στην παγίδα αυτή έχει πέσει και ο αριστερός αντιμνημονιακός λόγος. Η ανασφαλής, αναχρονιστική και εύθραυστη εθνική ταυτότητα, πληγωμένη από τον επιθετικό ρατσισμό των ευρωπαϊκών και ιδίως γερμανικών ΜΜΕ, που ονομάζουν τους Έλληνες, «απατεώνες της ευρωοικογένειας» βρήκε παρηγορητικό καταφύγιο στις αντιμνημονιακές εθνικολαϊκιστικές αναφορές για «εθνική ανεξαρτησία και αξιοπρέπεια» που εκποιούν οι «δωσίλογοι» και «δουλοπρεπείς κυβερνήτες» (σ. 205/206). Το αποκορύφωμα της πολιτικής σύγχυσης που καλλιεργήθηκε, φάνηκε το 2011, στις λαϊκές συνελεύσεις της άμεσης δημοκρατίας στην πλατεία Συντάγματος με τις μούντζες, τους προπηλακισμούς και τις φωνές «να καεί η Βουλή»}.

 

Θα ήθελα πρώτα να ευχαριστήσω, μαζί με τον εκδότη, την συνάδελφο και φίλη από τα παλιά Άννα, για την ευκαιρία που μου έδωσε και την τιμή που μου έκανε να παρουσιάσω, σήμερα, το Κέντρο Ιστορίας του Δήμου Θεσσαλονίκης, το τελευταίο πόνημά της: ‘Ο εθνικισμός και η άνοδος της ακροδεξιάς’ στις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Το βιβλίο το χάρηκα, πρώτα, για την γλαφυρή, τη ζωντανή, εξιστόρηση πολιτικών γεγονότων, που ζήσαμε συμπάσχοντας όλοι μαζί τα τελευταία χρόνια, από τη μεταπολίτευση και μετά. Το αγάπησα και για ένα δεύτερο λόγο, για τη στοχαστική του αφήγηση. Το είδα ως αφήγημα πολιτικής κοινωνιολογίας, που διηγείται γεγονότα σχολιάζοντάς τα κριτικά, κυρίως διατυπώνοντας σκέψεις. Σκέψεις που αναζητούν την εξήγηση της εντυπωσιακής και άκρως ανησυχητικής ανόδου του εθνικιστικού λόγου, με την ακραία έκφανση του νέο-φασιστικού λόγου, που συνοδεύεται, δυστυχώς, πια από εκδηλώσεις οργανωμένης και συνειδητής φυσικής βίας και από εγκληματικές πράξεις, συλλογικές και ατομικές.

 

Αντικείμενο του βιβλίου: ο εθνικιστικός λόγος κοιτίδα της ακροδεξιάς

 

Πως φτάσαμε έως εδώ, ποια ήταν τα αίτια, κοινωνικά, πολιτικά, ιδεολογικά που οδήγησαν στην άνοδο της ακροδεξιάς, ως ιδεολογίας και ως πολιτικού μορφώματος στην Ελλάδα; Γιατί βρίσκει τόση απήχηση στην κοινωνία; Αυτό είναι τα αντικείμενο του βιβλίου. Το νήμα που το διατρέχει και η βασική εξήγηση που προτείνεται, προαναγγέλλεται ήδη στον τίτλο του και αναλύεται στις 250 σελίδες του και στα επί μέρους, οκτώ, κεφάλαιά του. Τα συνοψίζω: η άνοδος της ακροδεξιάς με τις διάφορες πολιτικές παραλογές της οφείλεται εν πολλοίς, αλλά όχι αποκλειστικά, στον παρωχημένο και αντιδραστικό εθνικιστικό λόγο, τον επίσημο, (τον σχολικό και εκκλησιαστικό), αλλά και στον άτυπο, επικοινωνιακό, και βέβαια και στον πολιτικό λόγο όχι μόνο της δεξιάς αλλά και της αριστεράς. Και αυτό, τόσο πριν από την κρίση όσο και κατά την περίοδο της κρίσης, μέσω ενός αντι-μνημονιακού λόγου, που είχε και έχει και αυτός έντονα γνωρίσματα ενός εθνικο-λαϊκίστικου λόγου.
Τα πρώτα δείγματα αυτού του λόγου ανιχνεύτηκαν στο πολιτικό μόρφωμα του ΛΑΟΣ, που προήλθε από χουντικά πολιτικά κατάλοιπα και εκφράστηκε μέσα από τον ιδιόκτητο ραδιοφωνικό σταθμό Radio-city και τον τηλεοπτικό σταθμό Telecity, του αρχηγού του Καρατζαφέρη. Στους λαϊκίστικους και εθνικιστικούς πομπούς του φιλοξενήθηκαν στελέχη και αντήχησαν φωνές και φρασεολογίες φασιστικές ή και νέο-ναζιστικές, όπως του Κ. Πλεύρη, αρχηγού της οργάνωσης Πρώτη Γραμμή, ή όπως οι άκρως εθνικιστικές θέσεις του ιδρυτή του Ελληνικού Μετώπου, Μάκη Βορίδη. Στο ΛΑΟΣ ανιχνεύονται τα πρώτα συνθετικά στοιχεία ενός ακροδεξιού φιλοναζιστικού λόγου: πρώτον, ο αντισημιτισμός, εβραιο-φοβία ή δαιμονοποίηση των εβραίων, η άρνηση του ολοκαυτώματος, δεύτερον ο ρατσισμός και η ξενοφοβία, κυρίως απέναντι στους μετανάστες, και τρίτον θέσεις πολιτικές εθνικο-λαϊκιστικές με άξονα την επίκληση της ορθοδοξίας ή της νέο-ορθοδοξίας, ως στοιχείου συστατικού της εθνικής μας ταυτότητας. Στη δεκαετία του ενενήντα κυριαρχεί στο χώρο της διανόησης κυρίως η διχαστική εθνικιστική αντιπαράθεση ανατολής και δύσης, που κορυφώνεται με τον άκρως εθνικιστικό λόγο του αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου.

 

Η ανάπτυξη του εθνικολαϊκισμού στο τόπο μας

Την διάδοση και απήχηση του εθνικισμού τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη στις μέρες μας, δεν μπορούμε κατά την γνώμη μου, να την εξηγήσουμε, αν δεν δούμε το φαινόμενο αυτό σε στενή συνάρτηση με τον λαϊκισμό και με ό, τι αυτή η συνένωση συνεπάγεται. Εθνικολαϊκιστικό είναι το κόμμα του Λεπέν στην Γαλλία. Σε λαϊκο-εθνικιστικά συνθήματα οφείλεται και η άνοδος του Μπερλουσκόνι. Η επικράτησή του στην Ιταλία με την Forza Italia δεν εξηγείται χωρίς αναφορά στην απήχηση που έχει στην εποχή μας, εποχή βαθειάς κρίσης της εθνικής ταυτότητας, λόγω της παγκοσμιοποίησης, το μείγμα αυτό εθνικισμού και λαϊκισμού.
Σε μας ο λαϊκίστικος λόγος και γενικά η πολιτική ιδεολογία του λαϊκισμού με έντονα στοιχεία εθνικο-λαϊκιστικά έχει μια προϊστορία: στους λόγους και στην πολιτική ιδεολογία του Ανδρέα Παπανδρέου. Βέβαια ο λαϊκιστής Ανδρέας δεν ήταν ξενοφοβικός, το αντίθετο μάλιστα, και η πολιτική του ιδεολογία είχε σαφώς προοδευτικά και αντιιμπεριαλιστικά στοιχεία, ταυτισμένα με τη εθνική ανεξαρτησία και με το πολιτικό όραμα μιας αυτόνομης εθνικής οικονομικής ανάπτυξης. Το δικαιολογούσε η εποχή του. Καλλιέργησε, ωστόσο, έμμεσα και υποδόρια, πρόσφορο έδαφος, για την ανάπτυξη ενός αριστερού ισοπεδωτικού λαϊκισμού, και κάλυψε, αν δεν εκκόλαψε τον αυριανισμό, μορφολογικά στοιχεία του οποίου συναντάμε σήμερα σε πολλούς εκφραστές του εθνικολαϊκισμού.

 

Σε αυτό το ευνοϊκό, ιδεολογικά και φραστικά, έδαφος πάτησε ό λαϊκός σύνδεσμος της Χρυσής Αυγής, οι «λεβάντες με τις μαύρες μπλούζες και την ναζιστική ιδεολογία». Πρωτοεμφανίζεται ως πολιτική οργάνωση στις διαδηλώσεις με αφορμή το ζήτημα της νοτιο-σλαυικής Μακεδονίας το 1993 και αργότερα το 2000 με αφορμή την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες και τις αλησμόνητες διαδηλώσεις του μακαριστού Χριστόδουλου. Ιδρύεται το 1985 από τον νύν αρχηγό της και αναπτύσσει πλούσια δράση ως «εγκληματική συμμορία επί είκοσι χρόνια με μαχαίρια ρόπαλα, σιδηρολοστούς εναντίον εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών με δεκάδες θύματα κυρίως αλλοδαπούς». Στα γραπτά κείμενά της χαρακτηρίζει τη «δημοκρατία καθεστώς στο έλεος των αγυρτών της πολιτικής και των εθνοπροδοτών…ή ως την εξουσία των φαύλων και των κλεφτών». Προπαγανδίζει και ασκεί έμπρακτα τη βία εναντίον κυρίως των αλλοδαπών που απειλούν το συλλογικό μας Εμείς, την καθαρότητα της φυλής μας. Δεν αποκρύπτει την αντικαθεστωτική της ιδεολογία ούτε τον ρατσιστικό εθνικισμό της, δηλώνοντας ότι θα καταργήσει «τον ελεεινό κοινοβουλευτισμό, τότε που με φάρο τον εθνικισμό θα κτίσει η ίδια το λαϊκό κράτος χωρίς κόμματα και μεσολαβητές», πως αλλιώς παρά με την βία; Στόχος της είναι η κάθαρση της κοινωνίας με την αναμόρφωση και τον φρονηματισμό του λαού και με την συμφιλίωσή του με τον θάνατο: ο λαός πρέπει να αλλάξει την εικόνα που έχει για τον θάνατο ώστε να συμμετάσχει στον πόλεμο. Η κατακλείδα της ιδεολογίας της χρυσής αυγής είναι η φράση που τελειώνει με επιφώνημα «Ζήτω ο θάνατος».
Ακρογωνιαίος λίθος της πολιτικής ιδεολογίας των Χρυσαυγιτών και όλων των ακροδεξιών μορφωμάτων είναι, φυσικά, η εθνικιστική ιδεολογία, η οποία σε μας στηρίχθηκε στην υπεράσπιση μιας στατικής και ανιστόρητης εθνικής ταυτότητας που αναγνωρίζεται στην αρχαιοελληνική «καθαρότητα» της «ελληνικής φυλής».

 

Αναζητώντας τα αιτία της ανόδου του εθνικισμού στην Ελλάδα και στην Ευρώπη η συγγραφέας στέκεται αρχικά στην έξαρση του μεταναστευτικού ρεύματος και στα ξενοφοβικά αισθήματα που αυτό καλλιέργησε. Αμέσως μετά, και δικαίως, σταματά και αναλύει στην πολιτική απαξίωση των κομμάτων και της κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης. Η κρίση της πολιτικής αντιπροσώπευσης στην Ελλάδα είναι πράγματι μια από τις αιτίες της ανόδου ενός έντονου και διάχυτου αντικοινοβουλευτικού και «αντι-βουλευτικού» λόγου.
Το παράδοξο ωστόσο και παρηγορητικό μαζί είναι ότι ενώ έχει καταρρεύσει το υπάρχον κομματικό σύστημα και έχει απαξιωθεί πλήρως η ιδιότητα του βουλευτή, ο θεσμός της αντιπροσώπευσης και η εκλογική δημοκρατία δείχνει ως διαδικασία να αντέχει τόσο στα αλλεπάλληλα πλήγματα όσο και στις προκλήσεις του μέλλοντος. Η λαϊκή κυριαρχία δεν έχει χάσει την αίγλη της. Το κοινοβουλευτικό πολίτευμα τυπικά τουλάχιστον λειτουργεί και επιβιώνει.
Η βασικότερη πάντως κοινωνική αιτία που δυνάμωσε και εξάπλωσε το φαινόμενο του εθνικισμού και δι΄ αυτού συνέβαλε στην άνοδο της ακροδεξιάς είναι φυσικά, η παγκόσμια οικονομική ύφεση, που προκάλεσε μια πρωτοφανή κρίση χρέους των κρατών και οδήγησε την Ελλάδα στη μακρόχρονη δημοσιονομική, μέσω του μνημονίου, διεθνή κηδεμονία και επιτήρησή της.

 

Η κονιορτοποίηση της εθνικής μας ταυτότητας από τον αναχρονιστικό και ξενοφοβικό εθνικολαϊκιστικό λόγο.

 

Η παγκόσμια οικονομική κρίση είναι συνυφασμένη με μια ιστορικής σημασίας υποχώρηση της εθνικής-κρατικής κυριαρχίας και έκδηλη ανασκευή των κλασσικών λειτουργιών του κράτους. Ο ρόλος του κράτους-έθνους στην οικονομία αλλά και στην κοινωνία ανασκευάζεται και αυτό συνεπάγεται μια βαθειά κρίση και της εθνικής ταυτότητας, που είναι σε μας πολύ έκδηλη. Εκεί βρίσκεται κατά τη γνώμη μου και το κομβικό σημείο του βιβλίου της Άννας: στην ανάδειξη του αναχρονιστικού χαρακτήρα που έχει την εποχή της παγκοσμιοποίησης, η διδασκόμενη στα σχολεία ιστορία της εθνικής μας ταυτότητας.
Διδάσκεται και καλλιεργείται, κατά τη συγγραφέα, μια εθνική ταυτότητα, αναχρονιστική, αντιδραστική, οπισθοδρομική, στατική, φοβική και τελικά επίπλαστη, ασταθή και σαθρή. Μια ταυτότητα που στηρίχθηκε αποκλειστικά στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, «στο μεγαλείο της ελληνικής φυλής», και αγνόησε ή περιφρόνησε κάθε άλλο επιγενόμενο ιστορικά πολιτισμικό στοιχείο, όπως την ζωντανή μας λαϊκή παράδοση, τις επιρροές και μεταλλάξεις που επέφερε η ιστορική εξέλιξη και η μείξη που επήλθε από την εισδοχή και ενσωμάτωση στην συλλογική μνήμη και κοινωνική συνείδηση νεότερων πολιτισμικών στοιχείων, που επικάθησαν και ανακαθορίζουν διαρκώς την εθνική μας ταυτότητα. Η επίπλαστη και στατική αυτή εικόνα του εθνικού εαυτού μας μας έκανε μεν να νοιώθουμε ευρωπαίοι, αφού είμαστε δωρητές του αρχαιοελληνικού πολιτισμού και άρα πολιτισμικά ισότιμοι με αυτούς, ταυτόχρονα όμως μας ενστάλαξε την ευρω-κεντρική πολιτισμική ανωτερότητα απέναντι στους άλλους λαούς, κυρίως της Ανατολής.

 

Ο ιδεολογικός ευρωπαϊκός καθρέπτης εγκλώβισε έτσι μερίδα της ελληνικής διανόησης στην παγίδα του ευρωκεντρικού ρατσισμού και πρόβαλε μπροστά της, ως αντικατοπτρισμό και αρνητικό είδωλό της, την υπανάπτυκτη ανατολίτικη εικόνα του ελληνισμού. «Το ιδεολογικό τίμημα της φανταστικής ισότητας με την υποτιθέμενη ευρωπαϊκή ανωτερότητα είναι, σημειώνει η συγγραφέας, ακριβό: είναι η αναγνώριση της κατωτερότητας της νεοελληνικής κουλτούρας και γλώσσας και γενικότερα του πολιτισμικού παρόντος της ελληνικής κοινωνίας» (σ. 168). Και έτσι χωρίς να το καταλάβουμε ο ανεπίσημος, ο λαϊκός εαυτός μας, ταυτίστηκε ένοχα και διαστρεβλωτικά με ό, τι «κατώτερο» μας απέδιδε ο ευρω-κεντρικός ρατσισμός: ότι είμαστε στην ευρω-οικογένεια ένας λαός τσαρλατάνων, απατεώνων και διεφθαρμένων. Η σχιζοφρενής αντιπαράθεση ανάμεσα σε ένα εξωπραγματικό εξιδανικευμένο εθνικό παρελθόν, που τράφηκε από το «εθνικό μεγαλείο της φυλής» και σε ένα διεφθαρμένο και κατώτερο εαυτό, που αναδύεται από την καθημερινή τηλεοπτικά βιωμένη πραγματικότητα κονιορτοποίησε την εθνική μας ταυτότητα.

 

Πίσω από τον εθνικολαϊκισμό ελλοχεύει ο ολοκληρωτισμός

Στην παγίδα αυτή έχει πέσει και ο αριστερός αντιμνημονιακός λόγος. Η ανασφαλής και εύθραυστη εθνική ταυτότητα, σημειώνει η συγγραφέας, πληγωμένη από τον επιθετικό ρατσισμό των ευρωπαϊκών και ιδίως γερμανικών ΜΜΕ που ονομάζουν τους Έλληνες, «απατεώνες της ευρωοικογένειας» βρήκε παρηγορητικό καταφύγιο στις αντιμνημονιακές εθνικολαϊκιστικές αναφορές για «εθνική ανεξαρτησία και αξιοπρέπεια» που ποδοπατούν οι «δωσίλογοι» και «δουλοπρεπείς κυβερνήτες» (σ. 205/206). Το αποκορύφωμα της πολιτικής σύγχυσης που καλλιεργήθηκε, φάνηκε το 2011, στις λαϊκές συνελεύσεις της άμεσης δημοκρατίας στην πλατεία Συντάγματος με τις μούντζες, τους προπηλακισμούς και τις φωνές «να καεί η Βουλή». Εκεί αποκαλύφτηκε η παρα-φύση «συμφυρματική συνύπαρξη αριστερών οραμάτων και βίαια αντικοινοβουλευτικών θέσεων που ανήκουν στην ακροδεξιά ιδεολογία» σημειώνει έκπληκτη η Άννα Φραγκουδάκη (σ. 216).

 

Και τελειώνω με την παράθεση μιας ολόκληρης παραγράφου από το βιβλίο της συγγραφέως, που λόγω ειδικότητας με άγγιξε και θέλω να την μεταφέρω αυτολεξεί, σ. 219: «Ένας από τους θεμελιώδεις παράγοντες της γενικευμένης κρίσης που διάγει η ελληνική κοινωνία ανήκει στο πεδίο των ιδεών και είναι η κυριαρχία ενός ακραίου λαϊκιστικού φενοφοβικού και βαθιά αντιδραστικού λόγου, με ενισχυτικό της ισχύος του και της διάδοσής του το άλλοθι ότι συναντάται σε όλα τα κόμματα. Το άλλοθι της αριστεροσύνης που αποδόθηκε στον λαϊκιστικό εθνικιστικό λόγο έπαιξε ρόλο επιδεινωτικό, απέδωσε στην αντιμνημονιακή πολιτική εθνικοπατριωτικό περιεχόμενο με αποτέλεσμα να οδηγηθεί το σύνολο του αντιμνημονιακού κινήματος σε αντίθεση τελικά με το κράτος, και τους θεσμούς και έτσι να πάρει τη μορφή αμφισβήτησης της κοινοβουλευτική νομιμότητας».

 

Πίσω από τη βαθιά κρίση που βασανίζει, χωρίς ορατό τέλος, την ελληνική κοινωνία ελλοχεύει, πράγματι, ο ολοκληρωτισμός, η επικράτηση της αντιδημοκρατικής, ολοκληρωτικής ιδεολογίας. Αυτό διδαχθήκαμε από την κρίση του μεσοπολέμου. Αυτό είναι και το μέγιστο πολιτικό διακύβευμα των ημερών μας.
Αυτές τις σκέψεις εθνικής αυτογνωσίας ανίχνευσα στο βιβλίο της Άννας. Τις αδυναμίες της μεταφοράς και της διατύπωσής τους εδώ τις επωμίζομαι στο ακέραιο. Την αλήθεια τους και την σημασία τους θα της δείξει φυσικά το μέλλον. Ένας μοναχικός συγγραφέας άλλωστε δεν φιλοδοξεί να γράψει ιστορία, αλλά να προτείνει μια ιδέα, που μπορεί να αποδειχτεί ιστορικά πολύ διδακτική. Προσωπικά το εύχομαι και το ελπίζω. Να συνεχίσει να γράφει για μας και για τον τόπο.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

images_184-c7a6329097

Βράβευση από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
Για την πανεπιστημιακή διδασκαλία του τον Δεκέμβριο του 2007.


images_DSC08078

68 Χρόνια από τη σφαγή στο Δίστομο
Εκπροσωπώντας την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό Παναγιώτη Πικραμμένο στην Ιστορική επέτειο.

Φωτογραφίες