Πέτυχε και απέτυχε ταυτόχρονα

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
14.02.2016

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΑΛΑΜΠΑΝΙΔΗΣ
Ευρωκομμουνισμός: από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά
εκδ. Πόλις, 2015

Η ανάγνωση του βιβλίου του Γιάννη Μπαλαμπανίδη «Ευρωκομμουνισμός: από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά» υπήρξε για μένα συναρπαστική. Πρώτον, διότι με γύρισε τέσσερις δεκαετίες πίσω, στα προσωπικά πολιτικά μου βιώματα της δεκαετίας του ’70, με τα ανεκπλήρωτα, αλλά όμορφα και ευαίσθητα επαναστατικά όνειρά της. Με έκανε να αναπολήσω και κυρίως να αναστοχαστώ την ουτοπία της επανάστασης και την πεζότητα της μεταρρύθμισης. Να ξανασκεφτώ τις μαρξιστικές θεωρίες για το κράτος, τη δημοκρατία, το έθνος και την Ευρώπη, να νιώσω ξανά το δέος που προκαλεί η ιδέα της απρόβλεπτης και ανεξέλεγκτης παγκοσμιοποίησης.

Δεύτερον, διότι αναστήλωσε μέσα μου την κλονισμένη νεανική μου πεποίθηση ότι η μαρξιστική σκέψη, τέκνο και αυτή του Διαφωτισμού, και μάλιστα στερνοπαίδι, άρρηκτα δεμένη με τα νάματα του ορθού λόγου, μπορεί να αναμετρηθεί με τα σύγχρονα θεωρητικά ρεύματα. Μπορεί να συζητήσει μαζί τους ισότιμα ως μια μέθοδος, μεταξύ των άλλων, κριτικής ανάλυσης του καπιταλισμού, ως μια κοινωνική και πολιτική θεωρία με ηθικοπολιτικό ορίζοντα την κοινωνική χειραφέτηση. Αρκεί να απαλλαγεί η ίδια από τον θεωρητικό αυτισμό και τον ναρκισσισμό της και να αποτινάξει τον θανατηφόρο δογματισμό της.

Σε μια εποχή που οι αριστερές -αλλά και φιλελεύθερες- βεβαιότητες κλονίζονται, ο Μπαλαμπανίδης, απορρίπτοντας έμπρακτα κάθε είδος μεταμοντέρνου σχετικισμού και παραμένοντας συνεπής στις μεθοδολογικές προδιαγραφές που όρισε στην εισαγωγή του βιβλίου του, τόλμησε να αναμετρηθεί με τα προσωπικά του πιστεύω και να πάρει τις αναγκαίες αποστάσεις από αυτά, αμφιβάλλοντας διαρκώς. Φρόντισε, έπειτα, να σεβαστεί τη συγκριτική διάσταση του αντικειμένου του και να το εξετάσει στον ιστορικό του χρόνο. Μόνο που κοίταξε να πάει και πέρα από εκείνη τη συγκυρία, ώστε η έρευνά του να έχει αξία διαχρονική. Τέλος, δεν δίστασε να αναμετρηθεί με την καυτή, σχεδόν εμφυλιοπολεμική, πολιτική πραγματικότητα της Ελλάδας, χωρίς να καιροσκοπήσει.

Ας μου επιτραπεί να παραθέσω αυτούσιο ένα απόσπασμα που δείχνει το πλαίσιο της έρευνας αλλά και την οπτική γωνία του συγγραφέα: «Συνοπτικά, η συγκαιρινή Αριστερά είναι πριν από όλα αποδιαρθρωμένη, έχει χάσει τα σημεία αναφοράς της, πράγμα που της επιτρέπει να ανανεώνεται μεν προγραμματικά και ιδεολογικά αλλά ταυτόχρονα την καθηλώνει σε ένα επίπεδο “μωσαΐκού”. Κλίνει στη διαμαρτυρία χωρίς έμπνευση, της λείπουν οι ιδέες για το τι πρέπει να γίνει όταν ανατραπεί η παλιά κοινωνία, καθώς έχει καταρρεύσει εδώ και καιρό η αξίωση της μαρξιστικής οπτικής να εκφέρει μια συνολική, διαφωτιστική κοσμοαντίληψη». Και συνεχίζει: «Ταυτόχρονα η στάση της είναι μια στάση αντιφατική, καθόσον αναζητεί μία συνολική εναλλακτική πρόταση απέναντι στο σύστημα, όντας όμως “διαβρωμένη” από το δημοκρατικό φιλελεύθερο φαντασιακό, περισσότερο μεταρρυθμιστική, φιλοευρωπαϊκή και λιγότερο αντικαπιταλιστική από το παρελθόν. Τέλος, μετεωρίζεται ανάμεσα στην άρνηση της παγκοσμιοποίησης και στην πρόταξη μιας ετερο-παγκοσμιοποίησης, αναπολώντας συχνά και υπερασπίζοντας παράλληλα τους κοινωνικούς συμβιβασμούς της χρυσής τριακονταετίας, παραμένοντας δηλαδή βασικά εθνική, μοιράζεται την ίδια αμηχανία με την αδελφή σοσιαλδημοκρατία, την αδυναμία να επεξεργαστεί ιδέες και πρακτικούς θεσμούς που να υπερβαίνουν τον ορίζοντα του εθνικού κράτους».

Μέσα σε αυτά τα όρια, επιχειρεί να εξετάσει το ιστορικό εγχείρημα των ευρωκομμουνιστικών κομμάτων, από τη στιγμή που απαγκιστρώνονται σταδιακά, πολιτικά και ιδεολογικά, από τα άρμα του σοβιετικού προτύπου και του σταλινισμού και μετασχηματίζονται ανανεώνοντας και αναθεωρώντας ριζικά τις αντιλήψεις τους για το κράτος και τη δημοκρατία. Τα παρατηρεί να ασπάζονται, με πρωτοπόρο το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ιταλίας, τα ιδεώδη της πλουραλιστικής δημοκρατίας και του πολιτικού φιλελευθερισμού. Και βέβαια, μετασχηματιζόμενα, να προσαρμόζουν τις πολιτικές και κομματικές στρατηγικές τους: από κόμματα διαμαρτυρίας και κινηματικών διεκδικήσεων, γίνονται αργότερα κόμματα ταυτόχρονα αγώνα και εξουσίας, «partiti di governo e partiti di lotta». Και βέβαια, δεν ήταν δυνατόν να μην αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τις επαναστατικές παραδόσεις -σε μια εποχή άλλωστε που στην Ευρώπη η λέξη «επανάσταση» ακούστηκε για τελευταία φορά στη φοιτητική εξέγερση του Μάη του ’68- και να μεταλλαχθούν σε κόμματα εξουσίας, μεταρρυθμιστικά.

Και ενώ ο μετασχηματισμός των κομμάτων της Αριστεράς της Νότιας Ευρώπης προχωρούσε, η μοιραία δοκιμασία για τον ευρωκομμουνισμό, και όχι μόνον γι’ αυτόν, ήρθε με την έλευση της παγκοσμιοποίησης, με τη μετάβαση από το εθνικό κράτος στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία της αγοράς. Σε ό,τι αφορά την ευρωπαϊκή ενοποίηση, το PCI έπαιξε ρόλο ενεργό και πρωτοποριακό, με επικεφαλής τον Αλτιέρο Σπινέλι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να διαμορφώνει θεσμικές προτάσεις για μια Ομοσπονδιακή Ευρώπη, με στόχο τη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής, μετα-εθνικής κυριαρχίας.

Eρχομαι τώρα στην τελική και πιο σημαντική διερώτηση του βιβλίου: τι κληροδότησε στην ευρωπαϊκή πολιτική ιστορία το ευρωκομμουνιστικό εγχείρημα; Ο Μπαλαμπανίδης εντοπίζει την κληρονομιά αυτή «στη διασταύρωση του σοσιαλιστικού ορίζοντα με το πλαίσιο μιας φιλελεύθερης-κοινοβουλευτικής και πλουραλιστικής δημοκρατίας και μιας οικονομίας όπου συνυπάρχει το δημόσιο και το ιδιωτικό».

Χαρακτηρίζει το εγχείρημα του ευρωκομμουνισμού «πετυχημένο και αποτυχημένο ταυτόχρονα». Αποτυχημένο διότι δεν πέτυχε να ηγεμονεύσει στα αριστερά και να υποσκελίσει τη σοσιαλδημοκρατία (αν και στην Ιταλία το κατάφερε, και ενδεχομένως να το καταφέρει σήμερα πια και στην Ελλάδα), κυρίως όμως διότι δεν κατέκτησε την εξουσία, δεν έδωσε δείγματα απτής διακυβέρνησης που να καθιερώνουν ένα άλλο παράδειγμα. Πετυχημένο, διότι άφησε ίχνη διακριτά, με τον ιδεολογικοπολιτικό εκσυγχρονισμό που έφερε σε όλο το φάσμα της Αριστεράς. Μπορεί ο ευρωκομμουνισμός να συνετέλεσε πράγματι το εκκρεμές «επανάσταση-διαμαρτυρία-διακυβέρνηση» να γέρνει όλο και περισσότερο προς την τελευταία, τα ίχνη όμως που άφησε είναι ακόμη αχνά και δυσδιάκριτα. Oπως παραδέχεται και ο συγγραφέας, η Αριστερά μετεωρίζεται ακόμη μεταξύ διαμαρτυρίας και διακυβέρνησης.

Η καλούμενη σήμερα Ριζοσπαστική Αριστερά, και η εντελώς πρόσφατη κυβερνητική εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ, είναι πολύ φρέσκια, ασταθής και ιστορικά αδοκίμαστη για να γίνει αντικείμενο επιστημονικής και τεκμηριωμένης ανάλυσης. Γι’ αυτό και οι υπαινικτικές παρεμπίπτουσες αναφορές, στο τέλος κυρίως του βιβλίου, στον ΣΥΡΙΖΑ μου φαίνονται πρόωρες, βεβιασμένες και μετέωρες. Eνα είναι σίγουρο, ότι ο ευρωκομμουνισμός μπορεί να άφησε ίχνη και να μπόλιασε ανανεωτικά την Αριστερά και τα προτάγματά της, δεν πέτυχε όμως αυτά που προσδοκούσε. Η βασική επιδίωξή του, να αλλάξει την κοινωνία και την πολιτική, ματαιώθηκε, όπως ματαιώθηκε, και σωστά επισημαίνεται, και η βασική ιδέα του Διαφωτισμού, της εμπρόθετης, ορθολογικής, διαρκούς και οικουμενικής προόδου της ανθρωπότητας. Θα πρόσθετα, όπως ματαιώθηκε και η βασική ιδέα των κομμουνιστών, της ενσυνείδητης αλλαγής του κόσμου μέσω της επανάστασης.

Με αφορμή τον ευρωκομμουνισμό, το βιβλίο αυτό είναι μια πρόσκληση σε όσους εννοούν να στοχάζονται απροκατάληπτα και αδογμάτιστα, να ερευνούν και να διερωτώνται, να τολμούν να θέτουν συνεχώς υπό αμφισβήτηση τις αξίες και τις αρχές του καπιταλισμού. Αντιστρέφοντας έναν αφορισμό του Φερνάν Μπρωντέλ, ο συγγραφέας μάς υποδεικνύει ότι «ο καπιταλισμός δεν νοείται χωρίς τη ριζική αμφιβολία της κοινωνίας για τις αξίες και τις αρχές του». Στο πολιτικό επίπεδο, η αμφισβήτηση μπορεί να παίρνει ποικίλες μορφές πολιτικής εκπροσώπησης, από την επαναστατική, την ευρωκομμουνιστική, τη ριζοσπαστική, τη μεταρρυθμιστική ή οποιαδήποτε άλλη Αριστερά. Oσες μορφές υπαγορεύσουν οι ασύμμετροι, ασύγχρονοι και απρόβλεπτοι κύκλοι του καπιταλισμού. Μια ιστορία του καπιταλισμού ατέλειωτη και απρόβλεπτη, όπως και εκείνη της πολιτικής και κοινωνικής αμφισβήτησής του.

* Ο κ. Αντώνης Μανιτάκης είναι ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ, πρώην υπουργός. Το κείμενο βασίζεται στην ομιλία του κατά την παρουσίαση του βιβλίου «Ευρωκομμουνισμός. Από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά» που έγινε στο βιβλιοπωλείο «Επί Λέξει» στις 28 Ιανουαρίου.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

images_184-c7a6329097

Βράβευση από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
Για την πανεπιστημιακή διδασκαλία του τον Δεκέμβριο του 2007.


images_DSC08078

68 Χρόνια από τη σφαγή στο Δίστομο
Εκπροσωπώντας την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό Παναγιώτη Πικραμμένο στην Ιστορική επέτειο.

Φωτογραφίες