Προλεγόμενα σε μια απόπειρα πολιτειακής ανίχνευσης της νέας, παγκοσμιοποιημένης, εποχής στη χώρα μας

« Η κρίση που αποκαλούμε οικονομική είναι πάνω από όλα κρίση του τρόπου ζωής μας(…) βαραίνει όλους μας ενόχους και αθώους, είναι κρίση του σημερινού ανθρώπου, κρίση του «είμαστε εμείς». «Και έπειτα για σκεφτείτε το λιγάκι: αυτή η καταστροφή που πλήττει καίρια της ζωή μας και η ίδια μας η ζωή δεν έχουν κάποια σχέση με τον νόημα των λέξεων με τις οποίες αγωνιζόμαστε να πούμε όσα πράττουμε και όσα μας συμβαίνουν; Τι άλλο σήμαινε οικονομία παρά το νόμο του οίκου, για ποιό πράγμα μιλούσε αυτή η λέξη αν όχι ακριβώς για το σπίτι μας; Και ποιο είναι σήμερα το σπίτι μας –το κοινό μας σπίτι- αν όχι, είτε το επιζητήσαμε είτε όχι, ολόκληρος ο κόσμος; (Γιάννης Κιουρτσάκης, Ένας χωρικός στη Νέα Υόρκη, Ίνδικτος, 2009)
1.Το τέλος της μεταπολίτευσης και η επώδυνη κυοφορία μιας άλλης εποχής
Ανεξάρτητα από τη θέση που παίρνει κανείς, αρνητική ή θετική, απέναντι στην αναγκαστική υπαγωγή της χώρας μας υπό την επιτήρηση του «Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης» με τη σύναψη της «Δανειακής Σύμβασης Διευκόλυνσης» των 80 δισεκατομμυρίων Ευρώ και με την προσφυγή στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, εκείνο που διαφαίνεται, ως σίγουρο, είναι ότι το έτος 2010, και ακριβέστερα η 3η ή η 8η Μαΐου, σηματοδοτεί το τέλος της μεταπολίτευσης και την απαρχή μιας άλλης εποχής.
Μιας εποχής, με ασαφή, δυσδιάκριτα και σφόδρα αμφιλεγόμενα -είναι αλήθεια- χαρακτηριστικά και με συνέπειες που σφάζουν ή προκαλούν δέος, αλλά με προοπτική μακράς διάρκειας και με ενδείξεις διαμόρφωσης νέας ιστορικής περιόδου[1]. Οι αλλαγές που συντελούνται, αλλά κυρίως αυτές που προμηνύονται ή καθιερώνονται νομοθετικά εις εκτέλεση του «Μνημονίου» και του «Μεσοπρόθεσμου», προοιωνίζονται, όλες μαζί, ένα σκηνικό ατομικής και κοινωνικής διαβίωσης και κυρίως μορφές εργασίας, απασχόλησης και κοινωνικής ασφάλισης καθώς και σχέσεις κράτους- οικονομίας, κοινωνίας και κράτους, πολίτη και διοίκησης, ριζικά διαφορετικές από αυτές που ζήσαμε την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Βρισκόμαστε μπροστά στην επίπονη ανάδυση ενός κοινωνικού και εργασιακού καθεστώτος, εντελώς διαφορετικού από αυτό που γνωρίσαμε το δεύτερο ήμισυ του περασμένου αιώνα, με διευρυμένη πολιτική αβεβαιότητα και εκτεταμένη κοινωνική ανασφάλεια.
Κατάρα ή μοναδική ευκαιρία, συνειδητή επιλογή ή αναγκαίο κακό, το αποκαλούμενο σχηματικά «Μνημόνιο», στην πραγματικότητα ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης (ΕΜΣ) και σήμερα το Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας, είναι ωστόσο εδώ και είμαστε αναγκασμένοι ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης να συμμεριζόμαστε και να συμμορφωνόμαστε με τις κοινές και ομόφωνες αποφάσεις των αρμόδιων οργάνων της ΕΕ.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι έχουμε απαλλοτριώσει οριστικά τη νομισματική μας κυριαρχία και έχουμε αποδεχτεί οικειοθελώς και ασμένως σοβαρούς περιορισμούς στη δημοσιονομική του κυριαρχία, πριν από πολλά χρόνια και ότι η χώρα μας έχει επί πλέον συναινέσει επανειλημμένως στην οικονομική της λιτότητας και του ισχυρού ευρώ. Είμαστε καταναγκασμένοι να προγραμματίζουμε τη ζωή μας με βάση δημόσιες ευρωπαϊκές πολιτικές, που ενδεχομένως δεν αποδεχόμαστε πολιτικά, που ίσως και αποστρεφόμαστε, επειδή πιστεύουμε ακράδαντα ότι μια άλλη Ευρώπη με μια άλλη οικονομική πολιτική, εντελώς διαφορετική, είναι εφικτή και μπορεί ακόμη και τώρα να επιβληθεί με τη συνεργασία όμως και τον συντονισμό των λαών της Ευρώπης.
Το πλέον εύκολο και απλοϊκό μαζί θα ήταν, βέβαια, να αγνοήσουμε την «μνημονιακή» πραγματικότητα και ενεργώντας, όπως πρίν, με περισσή πολιτική ευήθεια να αρκεστούμε στην ιδεολογική καταδίκη της, στη δαιμονοποίηση και στην γενικόλογη ιδεολογική απόρριψή της προσδοκώντας και προφητεύοντας, ως Κασσάνδρες, την μοιραία ανατροπή της εξ αιτίας των κοινωνικών δεινών που προβλέπουμε ότι θα επισωρεύσει.

Η στρουθοκαμηλική αυτή στάση, που καθοδηγείται από έναν αφελή αριστερό βολονταρισμό και διέπεται από έναν αθεράπευτο σοσιαλιστικό ιδεαλισμό, αρνείται να δεί ότι το αποκαλούμενο «Μνημόνιο» δεν αποτελεί ένα ατύχημα ούτε ένα παραστράτημα της οικονομικής και πολιτικής μας ζωής, ένα λάθος της οικονομικής ιστορίας, που κάποτε θα εξαλειφθεί χωρίς να αφήσει ίχνη της παρουσίας του. Η κρίση της ελληνικής κοινωνίας έρχεται από μακριά και θα πάει μακριά, αφού εξάλλου συναρτάται και μια παγκόσμια οικονομική ύφεση.
Για τον λόγο αυτό και οι διαρθρωτικές αλλαγές που συντελούνται τόσο βίαια γύρω μας, δεν είναι συγκυριακές ούτε παροδικές, έστω και αν δρομολογήθηκαν με αφορμή μια πρωτοφανή και αναπάντεχη κρίση χρέους του ελληνικού κράτους. Ανταποκρίνονται σε διαρκείς και δομικές ανάγκες ή αδυναμίες ή ιδιομορφίες της ελληνικής οικονομίας και επιδιώκουν να αντιμετωπίσουν, μεταξύ των άλλων, τον αντιπαραγωγικό και μεταπρατικό χαρακτήρα της.
Οι διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής κοινωνίας ήταν γνωστές και αποτελούσαν κοινό τόπο πολλών Ελλήνων διανοητών, από την εποχή της Μεταπολίτευσης, όπως, μεταξύ των άλλων, του Κ. Τσουκαλά[2]. Για να αναφέρω έναν ακόμη, διανοητή της ίδιας περιόδου, τον Π. Κονδύλη, θα μετέφερα, ακέραια, μία μόνον σκέψη του από όσες είχε τότε διατυπώσει επισημαίνοντας, ότι «ακόμη και η απλούστερη σκέψη και γνώση φανερώνει ότι οικονομική ανάπτυξη μπορεί να γίνει μόνο με την αύξηση των παραγωγικών επενδύσεων, δηλαδή με τον αντίστοιχο περιορισμό της κατανάλωσης, προπαντός όταν τα καταναλωτικά αγαθά η χώρα δεν τα παράγει αλλά τα εισάγει και για να τα εισάγει δανείζεται, δηλαδή εκχωρεί τις αποφάσεις για το μέλλον της στους δανειοδότες της. Ο δρόμος της ανάπτυξης είναι ο δρόμος της συσσώρευσης, ενώ ο δρόμος της (βραχυπρόθεσμης μόνον) ευημερίας είναι ο δρόμος του παρασιτισμού, της εκποίησης της χώρας»[3].

 

Μπορεί κανείς να μη συμμερίζεται τις θεωρίες του Κονδύλη, οφείλει όμως να αναγνωρίσει ότι υπήρξε προφητικός διαπιστώνοντας ότι «η νεοελληνική ιστορία, έτσι όπως τη γνωρίσαμε στα τελευταία διακόσια χρόνια φτάνει στο τέλος της…». Η Ελλάδα «βρίσκεται στους πιο χαμηλούς δείκτες καταμερισμού της υλικής και πνευματικής εργασίας»[4].
Είκοσι χρόνια αργότερα μπορούμε όλοι να διαπιστώσουμε ότι η υπόσχεση της Μεταπολίτευσης για μια διαρκή ευημερία και ανθούσα δημοκρατική κοινωνία έχει οριστικά διαψευσθεί, μεταξύ των άλλων και διότι: «η ευημερία εξετράπη σε καταναλωτική βουλιμία, σε απληστία και κατασπατάληση. Ο άφρων δανεισμός δεν μπορεί πλέον να τροφοδοτήσει την άφρονα κατανάλωση, όταν οι πραγματικοί μισθοί μειώνονται και, ακόμη χειρότερα, όταν χάνονται εκατομμύρια θέσεις εργασίας και η φτώχεια κατατρώει τα μεσοστρώματα». Χρειαζόμαστε «επειγόντως ένα μοντέλο βιώσιμης ανάπτυξης και μαζί ένα ριζικά νέο τρόπο διαβίωσης, που θα διακρίνει σαφώς την ευημερία από τη σπατάλη, την αξιοπρέπεια από τη χλιδή, που θα προκρίνει τον γενναιόδωρο δημόσιο χώρο έναντι του κανιβαλικού πλουτισμού της αγέλης. Η κρίση, το βλέπουμε, δεν αφορά μόνο οικονομικά μεγέθη, αφορά ανθρώπους, ψυχές, αφορά τη βιόσφαιρα. Η αλλαγή παραδείγματος βίου είναι προαπαιτούμενο της βιώσιμης ανάπτυξης..»[5].
Η κρίση επομένως είναι καθολική, έστω και αν εντοπίζεται στην οικονομία. Αγγίζει όχι μόνον του θεσμούς και μάλιστα του πολιτικούς, αλλά και τον τρόπο ζωής και εργασίας μας, και κυρίως αυτόν.
Είναι αυτονόητο, ότι λόγω ειδικότητας θα περιοριστώ στην σχηματική επισήμανση των διαρθρωτικών αλλαγών που επέρχονται στο πολιτειακό επίπεδο, δηλαδή στην Πολιτεία μας με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου, πριν επιχειρήσω στο δεύτερο μέρος να αναλύσω αυτά που εδώ απλώς επισημαίνω.
2. Εντοπισμός των θεσμικών διαφορών της Μεταπολίτευσης του 1974 από τη νέα ιστορική περίοδο που άρχισε το 2010
Αν σταθούμε στις αλλαγές που συντελούνται, θα παρατηρήσουμε ότι από τα πλέον προφανή χαρακτηριστικά τους είναι ότι αυτές έρχονται εξ ορισμού σε ρήξη με την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της Μεταπολίτευσης. Αξίζει τον κόπο να ανιχνεύσουμε ορισμένες μόνο, τις πιο επιφανειακές «ρήξεις’ ή «διαφορές», μήπως και διαγνώσουμε το τι κυοφορείται.
Η πλέον ορατή ρήξη με την μεταπολιτευτική πραγματικότητα αφορά το χώρο της οικονομίας και ειδικότερα τη διαμόρφωση και άσκηση της οικονομικής πολιτικής. Είναι προφανές ότι η τελευταία ούτε διαμορφώνεται ούτε ασκείται, πλέον, «κυρίαρχα» από το εθνικό κράτος ή την εθνική κυβέρνηση, υπαγορεύεται ρητά από τις δανείστριες χώρες της Ελλάδος, που ενεργούν όμως υπό την ιδιότητα του εταίρου της ΟΝΕ και στο όνομα του ενιαίου νομίσματος.

Η ιδιότητα του εταίρου μας υπενθυμίζει ότι και να μην ήταν οφειλέτης-χώρα η Ελλάδα, πάλι όφειλε να ακολουθεί πειθαρχημένη νεοφιλελεύθερη δημοσιονομική πολιτική όπως όλες οι χώρες της Ευρωζώνης και να συντονίζει την οικονομική της πολιτική μαζί τους. Με την ένταξή της στο Ευρώ η Ελλάδα, παράλληλα με την εκχώρηση της νομισματικής της κυριαρχίας, ανέλαβε την πάγια διεθνή υποχρέωση να ακολουθεί σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές συνθήκες τη αυστηρή δημοσιονομική και οικονομική πολιτική, που διαμορφώνουν από κοινού τα κράτη της Ευρωζώνης.
Δεύτερο χαρακτηριστικό των αλλαγών αλλά και των μεταρρυθμίσεων είναι ότι, παρόλο που αφετηρία τους έχουν την οικονομία και ειδικά τη δημοσιονομική πολιτική, έχουν άμεσες και καθοριστικές επιπτώσεις στο κράτος, στο ρόλο του και στην αποστολή του απέναντι στην οικονομία και στην κοινωνία. Οι διαρθρωτικές αλλαγές που συντελούνται αλλάζουν τον ρόλο του κράτους στην οικονομία, χωρίς όμως να μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι το κράτος εγκαταλείπει τον κεντρικό του ρόλο και ειδικά τον εποπτικό και ελεγκτικό που ασκούσε ούτως ή άλλως σε αυτήν.
Μια σημαντική διαφορά εντοπίζεται άρα στον διαφορετικό ρόλο και στην διακριτή συμμετοχή που είχε το κράτος σε κάθε μία από τις δύο περιόδους στη διαμόρφωση της μεταπολιτευτικής και της σημερινής πραγματικότητας. Το κράτος της προ-μεταπολιτευτικής περιόδου, δηλαδή η διοικητική του οργάνωση και οι βασικές αποστολές του, δεν πειράχτηκαν με την Μεταπολίτευση. Απλώς εκδημοκρατίστηκε, ασπάστηκε δικαιο-κρατικούς θεσμούς, ανάλαβε αποστολές και ευθύνες κοινωνικές, ευθύνες κράτους κοινωνικού. Άλλαξε η μορφή του όχι η ουσία του. Δεν τέθηκαν νέες βάσεις. Αναδιοργάνωση, ουσιαστική, της Διοίκησης δεν έγινε ποτέ, αν εξαιρέσει κανείς τις ημιτελείς απόπειρες διοικητικής αποκέντρωσης
Στην παρούσα περίοδο, αντίθετα, το κράτος και η διοίκησή του βρίσκονται στο επίκεντρο των μεταρρυθμίσεων. Το ζήτημα της ανοικοδόμησης του κράτους αποτελεί το κεντρικό και κρίσιμο θεσμικό ζήτημα, ενώ η αλλαγή του κυβερνητικού συστήματος έρχεται σε δεύτερη μοίρα[6].
Το αντίστροφο συνέβη στη Μεταπολίτευση, η οποία δεν πρόσεξε ή παραμέλησε τη διοικητική οργάνωση του κράτους και περιορίστηκε σε συνταγματικές διακηρύξεις για αποκέντρωση και για πρώτου και δεύτερου βαθμού αυτοδιοίκηση, η οποία λειτούργησε, τελικά, ως εστία πολιτικής συναλλαγής, άκρατης ρουσφετολογίας και απίθανης διαφθοράς. Η νέα ιστορική περίοδος, αντίθετα, αρχίζει με την βεβιασμένη απόπειρα μεταρρύθμισης ενός αναχρονιστικού, σπάταλου, γραφειοκρατικού και αναποτελεσματικού κράτους.

 

Το ίδιο καθοριστικές, αν και λιγότερο αισθητές, είναι εξάλλου και οι επιπτώσεις που παρατηρούνται και στην ελληνική ιδιωτική-αστική κοινωνία, που ήταν πάντα κρατικοδίαιτη, «καχεκτική», με μειωμένη κοινωνική αυτοδυναμία, όπως ήδη επισημάναμε. Η αλλαγή του μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης δημιουργεί νέες συνθήκες κοινωνικής αναπαραγωγής και νέους όρους οργάνωσης τόσο της ιδιωτικής όσο και της πολιτικής κοινωνίας, οι οποίοι όμως καθορίζονται από την ευρωπαϊκή ιδιωτική-αστική κοινωνία. Οι αλλαγές στην κοινωνία είναι και αυτές αποτέλεσμα της σχέσης του κράτος με την κοινωνία και με τους πολίτες και το αντίστροφο.
3. Χρεοκοπία του πολιτικού και κομματικού συστήματος εν μέσω σταθερού κοινοβουλευτικού πολιτεύματος
Υπάρχει όμως και μια τρίτη κατηγορία σημαντικών αλλαγών, των πιο σημαντικών, που εντοπίζονται στο πολιτικό σύστημα, με ασαφή ωστόσο ή δυσδιάκριτα ακόμη χαρακτηριστικά. Το πολιτικό και κομματικό σύστημα της Μεταπολίτευσης δείχνει να καταρρέει. Φαντάζει πολιτικά απαξιωμένο, ενώ πασχίζει εν μέσω κρίσης και πολιτικής σύγχυσης να ανασυνταχθεί. Αν επιχειρήσουμε να συγκρίνουμε, συνθετικά, την περίοδο της Μεταπολίτευσης με αυτήν που άρχισε τον Μάϊο του 1910, θα διαπιστώσουμε ότι οι διαφορές τους είναι δυσδιάκριτες όχι μόνον διότι κινούνται σε διαφορετικά επίπεδα, αλλά και διότι εμφανίζουν, διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά, ακόμη και όταν κατοικοεδρεύουν στο ίδιο επίπεδο.
Η μεταπολίτευση του 1974 συνδέθηκε με μια μείζονα πολιτική αλλαγή, που εντοπιζόταν κυρίως στη μορφή του πολιτεύματος. Η περίοδος του Μνημονίου άρχισε, αντίθετα, με μια βαθειά οικονομική κρίση, που συνεπάγεται για να αντιμετωπιστεί ριζικές αλλαγές στην οικονομία καθώς και στη δημόσια οικονομική και δημοσιονομική πολιτική, αλλά και στο κράτος που χρειάζεται και αυτό μια ριζική μεταρρύθμιση.
Το 1974/75 συντελέστηκε μια πολιτειακή μεταβολή: κατέρρευσε μια δικτατορία, καταργήθηκε η μοναρχία και αποκαταστάθηκε η κοινοβουλευτική δημοκρατία. Άλλαξε δηλαδή η μορφή του πολιτεύματος και μαζί του οικοδομήθηκε ένα νέο πολιτικό και κομματικό σύστημα. Το υπάρχον όμως τότε οικονομικό και κοινωνικό σύστημα όχι μόνον δεν θίχτηκε, αλλά ενισχύθηκε και κραταιώθηκε.
Το 2010 η αλλαγή αρχίζει από την αλλαγή του οικονομικού παραδείγματος, της οικονομικής πολιτικής, χωρίς να θιγεί το πολίτευμα, αφού οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις συντελούνται μέσα στο πλαίσιο της ίδιας συνταγματικής νομιμότητας. Το συνταγματικό πολίτευμα μένει ανέπαφο, η κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν αμφισβητείται και το κοινοβουλευτικό σύστημα λειτουργεί ομαλά.
Σε αντίθεση ωστόσο με το πολίτευμα, το πολιτικό και κομματικό σύστημα δείχνει, αυτό σήμερα, να καρκινοβατεί, απαξιωμένο και απονομιμοποιημένο. Το ιδιάζον μάλιστα και ενδιαφέρον της παρούσης συγκυρίας είναι ότι την ίδια στιγμή που το πολιτικό σύστημα κλονίζεται, η δημοκρατική και κοινοβουλευτική νομιμότητα τηρείται και το πολίτευμα λειτουργεί ομαλά. Η βαθειά και πρωτοφανής οικονομική και κοινωνική κρίση δεν μετατράπηκε σε πολιτική ή συνταγματική κρίση ούτε σε ακυβερνησία. Η σοβαρή δοκιμασία του πολιτικού συστήματος δεν έθιξε την ομαλή λειτουργία το κοινοβουλευτικού συστήματος και δεν οδήγησε σε ακυβερνησία.
Επομένως από τις όλες τις προηγούμενες διαφορές η πιο σημαντική θεσμική διαφορά μεταξύ των δύο περιόδων εντοπίζεται, κατά τη γνώμη μου, στο πεδίο της πολικής: στην πλήρη «χρεοκοπία» του πολιτικού συστήματος. Η Μεταπολίτευση λήγει με την κατάρρευση και πλήρη απαξίωση του υπάρχοντοςπολικού και κομματικού συστήματος. Ενός συστήματος που χάρισε, ωστόσο, στην κοινοβουλευτική δημοκρατία του 1975, χάρις στη δημιουργία μαζικών κομμάτων και πειθαρχημένες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, ομαλότητα και σταθερότητα.
Ο διαφορετικός αντίκτυπος της οικονομικής κρίσης στο πολίτευμα και στοπολιτικό σύστημα αποτελεί ένα χαρακτηριστικό, αξιοσημείωτο, της παρούσας περιόδου, που πρέπει να έχουμε υπόψη μας, αν θέλουμε να προγνώσουμε τις πολιτικές και συνταγματικές εξελίξεις.
4. Κρίση εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας κύρια συμπτώματα της παρακμής της δημοκρατικής Μεταπολίτευσης του 1975. Η Ελληνική Δημοκρατία αντιμέτωπη με τον εαυτό της μετά την πλήρη απαξίωση ή απονομιμοποίηση των αντιπροσωπευτικών θεσμών της.

Το πολιτικό και κομματικό σύστημα κλυδωνίζεται, σήμερα, μέσα σε ένα κλίμαγενικευμένου εκφυλισμού και πολιτικής απογοήτευσης, αφού προηγουμένως ανέχτηκε και εξέθρεψε το ίδιο τη διαπλοκή της οικονομικής με την πολιτική εξουσία και αφού εξοικείωσε επί είκοσι χρόνια την κοινή γνώμη και τους πολίτες με τα σκάνδαλα και την σκανδαλολογία. Η χώρα πορευόταν χωρίς σταματημό μέσα σε ένα ορυμαγδό συνεχών αποκαλύψεων φαινομένων διαφθοράς σε όλους τους τομείς του δημοσίου βίου και μεγάλης απαξίωσης θεσμών και φορέων. Μια εικόνα σκυθρωπή επισκίαζε τα τελευταία χρόνια τα επιτεύγματα και τις ατέρμονες προσπάθειες για μεταρρύθμιση και εκσυγχρονισμό της πιο ομαλής κοινοβουλευτικά συνταγματικής περιόδου, που γνώρισε ο τόπος μας[7].
Αυτό που τελικά έμεινε, ως βασικό χαρακτηριστικό της μεταπολιτευτικής περιόδου, είναι η αναξιοπιστία της πολιτικής εξουσίας και η βαθειά κρίση εμπιστοσύνης προς τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, προς τη Βουλή και τους Βουλευτές της, τη νομοθετική και αναθεωρητική εξουσία και κυρίως προς τα πολιτικά κόμματα. Η κρίση αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης δεν άφησε ανέγγιχτη ούτε τη δικαστική εξουσία, δυστυχώς ως θεσμό, ενώ στιγμάτισε ανεξίτηλα τη Διοίκηση και την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Σε παρατεταμένη παρακμή και εκφυλισμό είχαν περιέλθει τα τελευταία χρόνια και οι συμμετοχικοί θεσμοί διοίκησης των πανεπιστημίων, την ίδια στιγμή που το εκπαιδευτικό μας σύστημα παρέπαιε και αναζητούσε απεγνωσμένα τρόπους να ορθοποδήσει και εκσυγχρονιστεί.
Βρισκόμαστε, ως λαός, σήμερα μπροστά σε μια νέα μεταπολίτευση, που μόλις άρχισε να φανερώνεται. Μια μεταπολίτευση που συνειδητοποιεί έκπληκτη ότι ηδημοκρατική αναγέννηση του 1975 είχε παρακμάσει, διότι στηριζόταν, μεταξύ των άλλων, σε μια απατηλή και υποθηκευμένη με υπέρογκα δάνεια ευημερία[8]. Είχε παραδοθεί στο θάμπος μιας επιδερμικής δημοκρατικής ευφορίας, που υποθάλπονταν από μια καταναλωτική μανία και μια ακατάσχετη παραχολογία. Είχε ακόμη αφεθεί στη θαλπωρή ενός ευτραφούς ρητορικά και συνταγματικά, αλλά καχεκτικού ασφαλιστικά, κοινωνικού κράτους, που κινδύνευε να καταρρεύσει ως χάρτινος πύργος αφού τα θεμέλιά του, το ασφαλιστικό κεφάλαιο, ήταν σαθρά.
Ο βίος της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας στην Ελλάδα μόνον ως πολιτικό δράμα μπορεί να αναπαρασταθεί. Γνώρισε στη διάρκεια δύο μόνον δεκαετιών αυτό που άλλες ευρωπαϊκές δημοκρατίες χρειάστηκαν μισό μόνον αιώνα για να συνειδητοποιήσουν: τον θρίαμβο και την πτώση της ιδέας της αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Την ίδια χρονική περίοδο που αποκαθίστανται και εδραιώνονται οι δημοκρατικοί και κοινοβουλευτικοί θεσμοί στη χώρας μας και λειτουργεί ομαλά με αξιοζήλευτη κυβερνητική σταθερότητα το συνταγματικό πολίτευμα, την ίδια χρονική περίοδο, από το μέσον της περιόδου, η χώρα βιώνει καθημερινά την παρακμή, την πολιτική απαξίωση των αντιπροσωπευτικών της θεσμών. Ποτέ άλλοτε στη συνταγματική μας ιστορία οι συνταγματικοί μας θεσμοί, κοινοβουλευτική δημοκρατία, κράτος δικαίου και δικαιώματα, δεν ήταν τόσο, καλά, τυπικά, κατοχυρωμένοι και ποτέ άλλοτε δεν ήταν, ταυτόχρονα τόσο απαξιωμένοι ή και για πολλούς πλήρως καταρρακωμένοι ή τόσο αναξιόπιστοι[9].
Η προηγούμενη διαπίστωση είναι ουσιαστικά εμπνευσμένη από μια ανάλογη σκέψη του Γάλλου στοχαστή Γκωσέ, ο οποίος στο πρώτο τόπου του βιβλίου του(…)[10], αναφερόμενος στη Δημοκρατία γενικά σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο είχε εντοπίσει την ακόλουθη ιστορικής σημασίας αντίφαση της εποχής μας: η Δημοκρατία ως πολίτευμα και ως ιδέα είναι στην εποχή μας οικουμενικά καταξιωμένη, ποτέ άλλοτε δεν είχε γνωρίσει τόση αίγλη και δεν αισθανόταν τόσο καλά εδραιωμένη. Και όμως ποτέ άλλοτε δεν έδειχνε τόσο άδεια εσωτερικά και τόσο ανήμπορη.

 

Η δημοκρατία δεν είχε πλέον εξωτερικούς εχθρούς είχε αποκτήσει όμως έναν αδυσώπητο, αδιόρατο αντίπαλο: τον εαυτό της. Η δημοκρατία εναντίον του εαυτού της, αυτός ήταν, άλλωστε, ο τίτλος ενός προγενέστερου βιβλίου του ίδιου συγγραφέα[11].
Το ίδιο και η Ελληνική Δημοκρατία φαίνεται να μην απειλείται πλέον από εξωτερικούς εχθρούς, κινδυνεύει όμως από τον κακό εαυτό της, μαραζώνει κατατρώγοντας τα σωθικά της.
Αυτή είναι κατά τη γνώμη μου η μείζων αντίφαση της μεταπολιτευτικής εποχής: η μορφή και η βάση του πολιτεύματος, ως προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, είναι εκεί, σταθερή και ακλόνητη, και μας κοιτά απρόσωπα και παγερά, ανέπαφη. Και εμείς στεκόμαστε απέναντί της, παραζαλισμένοι ή αλλόφρονες και πάντως χαμένοι. Διερωτόμαστε για το αν έχουμε ή δεν έχουμε ακόμη δημοκρατία και κοινωνικό κράτος, αν έχει καταλυθεί ή όχι η συνταγματική νομιμότητα, η εθνική και λαϊκή κυριαρχία ή το κράτος δικαίου. Διερωτόμαστε αν η δημοκρατία και το κοινωνικό κράτος είναι απτές πραγματικότητες ή πλάσματα της φαντασίας μας.
Το αξιοπερίεργο μάλιστα είναι ότι ενώ διαπιστώνουμε βαθειά κρίση της Δημοκρατίας και του αντιπροσωπευτικού συστήματος, κρίνουμε, ωστόσο, και επικρίνουμε, καταγγέλλουμε και κατακρίνουμε πράξεις και αποφάσεις της Κυβέρνησης με αποκλειστικό αξιακό γνώμονα πάντα τη δημοκρατία και την εθνική και λαϊκή κυριαρχία και όχι κάποιο άλλο πολίτευμα ή ιδεατό σύστημα, όπως το πρώτο ήμισυ του εικοστού αιώνα είχαμε ως κανόνα αναφοράς και σύγκρισης τον σοσιαλισμό ή την αποκαλούμενη πραγματική δημοκρατία. Ακόμη και αυτοί που αναθεματίζουν συνταγματικά το Μνημόνιο, επικαλούνται, για να ξορκίσουν το κακό και να καταγγείλουν τα δεινά που επέρχονται, την παραβίαση του Συντάγματος και την προσβολή της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, απόδειξη της αντοχής και καθολικής αποδοχής των δημοκρατικών αξιών.
Αλλά και όσοι αντιμετωπίζουν το Μνημόνιο ως σανίδα σωτηρίας, πάλι στο Σύνταγμα-γνώμονα καταφεύγουν και τη Δημοκρατία επικαλούνται, όταν θέλουν να δικαιολογήσουν τα μέτρα που λαμβάνονται και τις αλλαγές που συντελούνται. Στις οξύτατες πολιτικές τους αντιπαραθέσεις οι αντιμαχόμενες έχουν τουλάχιστον έναν κοινό αξιολογικό κώδικα.
3. Τα πρώτα, ορατά σε μας, γενικά σημάδια της νέας παγκοσμιοποιημένης εποχής: «επιμερισμένη ή δικτυακή κυριαρχία» και ‘πλανητική διοικητική- αστυνόμευση» της οικονομικής ζωής των λαών μέσω των αγορών.
Αν αποδίδουν την πραγματικότητα ή έστω ένα μέρος της αλήθειας οι προηγούμενες διαπιστώσεις, τότε η χώρα εισέρχεται σε νέα εποχή με σταθερό και εδραιωμένο, τυπικά και θεσμικά, το συνταγματικό της πολίτευμα με απαξιωμένους και απονομιμοποιημένους πλήρως τους αντιπροσωπευτικούς τους θεσμούς και κυρίως το πολιτικό και κομματικό της σύστημα. Και η νέα εποχή δεν είναι άλλη από εκείνη της παγκοσμιοποίησης.
Η διαφορά εποχής με τη Μεταπολίτευση γίνεται αντιληπτή από τα πρώτα βήματά της: η λαϊκή δόξα του 1975 στηρίχτηκε στην απήχηση και αποδοχή που είχαν τα πολιτικά συνθήματα της εθνικής ανεξαρτησίας και της λαϊκής κυριαρχίας-παρόλο που ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ φώναζαν τις πρώτες μέρες ότι είχαμε επιτηρούμενη δημοκρατία.
Η νέα πολιτική περίοδος διανύεται σε συνθήκες σχετικής και επιμερισμένης μέσα στην ΕΕ και διαδικτυομένης σε ολόκληρο τον κόσμο κυριαρχίας[12]. Η πρώτη άρχισε με την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Η δεύτερη αρχίζει με την δικτατορία του Ευρώ[13] και με σύστημα οικονομικής διακυβέρνησης ολιγαρχικό. Μια πανίσχυρη παγκόσμια χρηματοπιστωτική ολιγαρχία καθορίζει το μέλλον όχι μόνον της Ελλάδας αλλά και της Ευρώπης[14].
Η προηγούμενη θεμελιώδης διαπίστωση μας αναγκάζει να εντάξουμε την ιδιόμορφη περίπτωση της Ελλάδος στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο γίγνεσθαι. Διότι μόνο τότε μπορούμε να κατανοήσουμε αυτά που ζούμε[15]. Μόνον αν δούμε τη χώρα μας ως τμήμα αναπόσπαστο της Ευρώπης και ως μέρος μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας της αγοράς, είναι δυνατόν να καταλάβουμε τους κλυδωνισμούς που βλέπουμε ή τους τριγμούς που ακούμε και να αφουγκραστούμε τις τρομακτικές αλλαγές που συντελούνται ή προμηνύονται.
Γι΄αυτό και ως την πλέον πετυχημένη ονοματοδοσία της ιστορικής περιόδου, που μας απασχολεί θεωρώ εκείνη του Γιάννη Βούλγαρη, ο οποίος διακρίνοντας την ιστορική περίοδο της μεταπολίτευσης, που έχει άρχισε ουσιαστικά να εκπνέει από τα τέλη της δεκαετίας του 90, από την περίοδο που την διαδέχτηκε και διανύουμε ακόμη σήμερα, αποκαλεί την πρώτη, περίοδο της δημοκρατικής και κοινοβουλευτικής ομαλότητας, ενώ τη δεύτερη, περίοδο ένταξης της Ελλάδας στη ιστορική διαδικασία της παγκοσμιοποίησης. Ο τίτλος του πονήματός του είναι εύγλωττος: «Η Ελλάδα από την Μεταπολίτευση στην παγκοσμιοποίηση»[16].

 

Στη διάρκεια της Μεταπολίτευσης εδραιώνεται το γνωστό από τις άλλες χώρες θεσμικό-κοινωνικό μοντέλο της μαζικής δημοκρατίας[17], του οποίου τα θεμελιακά γνωρίσματα συμπυκνώνονται: «στην ευρεία κρατική παρέμβαση στη οικονομία με αναπτυξιακούς και αναδιανεμητικούς σκοπούς, στην οργάνωση των πολιτών σε μαζικά κόμματα, συνδικάτα και κοινωνικές οργανώσεις και στην ανάπτυξη του κράτους πρόνοιας»[18].
Η παγκοσμιοποίηση έχει αλλάξει άρδην το σκηνικό αυτό και αναγκάζει την πολιτική ζωή της χώρας μας να υπάρχει και να λειτουργεί μέσα από την αλληλεπίδραση και αλληλεξάρτηση του εθνικού με το υπερεθνικό και το παγκόσμιο (παγκόσμιο-υπερεθνικό-εθνικό). Όσο «γρηγορότερα κατανοήσουμε, γράφει ο Βούλγαρης, και όσο βαθύτερα επεξεργαστούμε το νέο αυτό πλαίσιο τόσο επιτυχέστερη θα είναι η πορεία της Ελλάδος σε αυτά τα πρώτα βήματα της παγκοσμιοποίησης που ζούμε»[19].
Στην ουσία ζούμε στην Ελλάδα μια παραδειγματική εφαρμογή του τρόπου πλανητικής διακυβέρνησης του κόσμου την εποχή της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας της αγοράς ή, εκφραστικότερα, την εποχή της «Αυτοκρατορίας», για να χρησιμοποιήσω τον αμφιλεγόμενο όρο των Τόνυ Νέκγρι και Μίκαελ Χάρντ[20]. Αξίζει τον κόπο, πιστεύω, να προσέξουμε τις σκέψεις του, ανεξάρτητα από τις τυχόν επιφυλάξεις που μπορεί να έχει κανείς λόγω κυρίως του σχηματικού και αφοριστικού τρόπου που τις δατυπώνουν.

 

Υποστηρίζουν ότι με την παγκοσμιοποίηση έχει ή πάει να εγκαθιδρυθεί μια μορφή πλανητικής διακυβέρνησης, η οποία δεν γνωρίζει εθνικά σύνορα, αφού επικράτειά της είναι ολόκληρος ο πλανήτης, τείνει να καταργήσει τη διάκριση πολιτικού και οικονομικού, αφού τα συνενώνει σε «ένα» χρησιμοποιώντας τον ευγενή τίτλο «governance», ενώ, παράλληλα, υπερβαίνει την κρατική κυριαρχία. Μέσα από αυτά αναδύεται «μια νέα έννοια του δικαίου ή καλλίτερα μία νέα μορφή εξουσίας και ένα νέο σχέδιο παραγωγής κανόνων και νομικών εργαλείων καταναγκασμού τα οποία εγγυώνται τις διεθνείς συμφωνίες και επιλύουν τις διαφορές»[21].

 

Εργαλεία που είναι δύσκολο να τα εντοπίσει κανείς και ακόμη δυσκολότερα να τα περιγράψει με ακρίβεια. Πρόκειται, πράγματι, για «αλλαγή παραδείγματος που ορίζεται από την αναγνώριση στην πράξη μιας εξουσίας που επικαθορίζεται μεν από τα κυρίαρχα κράτη ενώ είναι, ταυτόχρονα, σχετικά ανεξάρτητη από αυτά, ικανής να λειτουργήσει ως κέντρο μια νέας παγκόσμιας τάξης ασκώντας μια αποτελεσματική κανονιστική ρύθμιση και εν ανάγκη και έναν καταναγκασμό»[22].
Η «Αυτοκρατορία»ν, αν ακολουθήσουμε τη σχηματική αλλά εντυπωσιακά διαυγή σκέψη των δύο αυτών συγγραφέων, υπέρκειται των κρατών και εκδηλώνει την ιδιότυπη πλανητική κυριαρχία της μέσα από ένα πυκνό πλέγμα δυσδιάκριτων σχέσεων οικονομικό-πολιτικών, εθνικών και διεθνών. Διαχέεται σε ένα δίκτυο πολλαπλών κέντρων εξουσίασης, στο οποίο διαπλέκονται κράτη, διεθνείς οικονομικές οργανώσεις, διεθνείς χρηματοπιστωτικοί και τραπεζικοί οργανισμοί, διεθνείς (αφανείς) αγορές κεφαλαίου κ.ά., τα οποία κυβερνούν όλα μαζί στην πράξη τον κόσμο με βάση τους νόμους μιας παγκοσμιοποιημένης αγοράς και υπό την παντοκρατορία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου[23].
Αρκεί κανείς να προσέξει τα κείμενα του ‘Μνημονίου’ τις ιδιότυπες διεθνείς συμφωνίες που εμπεριέχει, τα κράτη, τους διεθνείς οργανισμούς, (Ευρωπαϊκή Ένωση και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο) και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (ΕΚΤ) που εμπλέκονται, τη ρητή αναφορά που γίνεται στις αγορές, τους πρωτότυπους διεθνούς μηχανισμούς που εγκαθιδρύονται, για να καταλάβει πόσο σύνθετο και πολύπλοκο είναι το νέο, διεθνές και παγκοσμιοποιημένο σύστημα οικονομικής διακυβέρνησης του κόσμου, που έχει εγκατασταθεί και μας κυβερνά οικονομικά και πολιτικά[24].
Η Αυτοκρατορία βασίζεται και χρησιμοποιεί για να επιβληθεί όλα τα υπάρχοντα νομικά μέσα και τις νομικές θεωρήσεις του σύγχρονου νομικού πολιτισμού: το θετό δίκαιο, γραπτά κείμενα του εθνικού και διεθνούς δικαίου, (νόμους και διεθνείς συμφωνίες), καθώς και τις αξίες ή τις αρχές του εθνικού ή διεθνούς δικαίου και βέβαια την αυτορρύθμιση και τη σύμβαση.

 

Μεταχειρίζεται τησυναίνεση και τη συγκατάθεση των κρατών ως βασικό εργαλείο νομιμοποίησης των διεθνών αποφάσεων, χωρίς να απορρίπτει βέβαια τη νομιμοποιημένη βία ή τη σκέτη βία όταν χρειαστεί. Ο νομικός φορμαλισμός συνυπάρχει με το αναγεννημένο φυσικό δίκαιο και τις αξίες του ανθρωπισμού, με προνομιακό όχημα και των δύο την ιδεολογία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Κρατική κυριαρχία και δικαιώματα του ανθρώπου χρησιμοποιούνται διαρκώς άλλοτε εναλλάξ και άλλοτε σωρευτικά για να δικαιολογήσουν και νομιμοποιήσουν, ανάλογα με την διεθνή συγκυρία και την εθνική περίπτωση, εξαιρετικές καταστάσεις και διεθνείς κρίσεις.
Η καινοφανής αυτή «υπερεθνική κυριαρχία» ασκεί, σύμφωνα με τους ίδιους συγγραφείς, στην πράξη ένα είδος διαρκούς διοικητικής «αστυνόμευσης της οικονομίας» ή αλλιώς «οικονομικής διακυβέρνησης» όλων των χωρών του κόσμου. Η «αστυνόμευση» της οικονομικής ζωής δεν περιορίζεται όμως μόνον στον έλεγχο της παραγωγής υλικών και άϋλων αγαθών, επεκτείνεται έμμεσα και στην πειθάρχηση γενικά της εργασίας και δι΄αυτής στον έλεγχο της κοινωνικής αναπαραγωγής συνολικά, γεγονός που καταλαμβάνει, έμμεσα, όλες τις πτυχές της κοινωνικής μας ζωής ακόμη και τη «διαχείριση» της «γυμνής ζωής», κάτι που επιτρέπει ορισμένους να μιλούν για την εγκαθίδρυση μιας πραγματικής «βιοεξουσίας» καθώς και τη διαμόρφωση μια νέας μορφής πολιτική, τη «βιοπολιτική»[25].
Αυτό που χρειάζεται να υπογραμμιστεί, ωστόσο, είναι ότι ο διοικητικό-αστυνομικός αυτός έλεγχος δεν είναι, αν και εμφανίζεται ως τέτοιος, μέτρο εξαιρετικού ή προσωρινού και άρα παροδικού χαρακτήρα, όπως πιστεύουν ορισμένοι. Πρόκειται, αντίθετα, για μια κατάσταση που εμφανίζεται, αρχικά μεν, ως εξαιρετική, που δικαιολογεί βέβαια τη λήψη μέτρων κατάστασης ανάγκης και εξαιρετικών, αλλά στην ουσία τα μέτρα που επιβάλλονται καθιερώνουν μια«επιτήρηση» ή μια «οικονομική διακυβέρνηση» απεριόριστης διάρκειας[26] και για ορισμένους ένα είδος «καταγκαστικής πειθάρχησης» των λαών.

 

Η πλανητική κυριαρχία της «Αυτοκρατορίας» μετατρέπει την παγκόσμια οικονομική κρίση μέσω των διεθνών οργανισμών και των άλλων μηχανισμών ελέγχου και επιτήρησης σε μια διαρκή-μόνιμη κηδεμόνευση ή πειθάρχηση της οικονομικής και κοινωνικής ζωής και τελικά του τρόπου εργασίας και διαβίωσης των λαών και τον ατόμων. Η κρίση γίνεται τελικά η αφορμή και τα εξαιρετικά μέτραμετατρέπονται από προσωρινά σε διαρκή. Παίρνουν σταδιακά τα χαρακτηριστικά μιας μονιμότητας και μιας κανονικότητας.

 

4. Η τριπλή εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας: ευρωπαϊκή, διεθνής και δανεική, από τις αγορές, και ο νέος ρόλος του κράτους και της κυριαρχίας
Τα προηγούμενα μας παραπέμπουν κατ΄ευθείαν στη σημερινή συζήτηση για το κούρεμα του ελληνικού χρέους και στις αποφάσεις της 26/27ης Οκτωβρίου που συνεπάγονται μια παρατεταμένη επιτήρηση της δημοσιονομικής της πολιτικής και στην ουσία μια διαρκή οικονομικο-πολιτική κηδεμόνευσης της οικονομικής και πολιτικής ζωής της Ελλάδος από τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς σταθερότητας του ευρώ.
Η πρωτοφανής κρίση χρέους των κρατών κτυπά, ως γνωστόν, κυρίως τα αδύναμα και εξαρτημένα, οικονομικά, κράτη, τα οποία, όπως η Ελλάδα, αδυνατούν να αντιμετωπίσουν την κρίση με εθνικά αποκλειστικά μέτρα, χωρίς δηλαδή την στήριξη ή την εγγύηση άλλων κρατών. Η πραγματική αυτή «οικονομική» αδυναμία τους εντείνει την διπλή οικονομική εξάρτησή τους τόσο από τις αγορές όσο και από τους διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς. Στην περίπτωση της Ελλάδος η αδυναμία της είναι και αυτή διπλή, τυπική και ουσιαστική: τυπική, εξ αιτίας της βάσει διεθνούς συμφωνίας απώλεια της νομισματικής και δημοσιονομικής αυτονομίας (ένταξη στην ΟΝΕ) και ουσιαστική λόγω του υπέρογκου χρέους της. Η Ελλάδα, όπως και οι άλλες χώρες της Ευρωζώνης, αδυνατούν χωρίς τη στενή συνεργασία, συνεννόηση, στήριξη και αλληλεγγύη των χωρών της ευρωζώνης, επειδή είναι ενταγμένες με διεθνείς συμφωνίες στην Νομισματική Ένωση της Ευρώπης και εφ΄όσον δεν αποχωρούν ή δεν εξαναγκάζονται σε αποχώρηση, να αντιμετωπίσουν την κρίση μόνες τους και να εξοφλήσουν τα χρέη τους.
Θα πρέπει να υπογραμμιστεί, πάντως, ότι η απώλεια της νομισματικής και δημοσιονομικής αυτονομίας της χώρας μας είναι αποτέλεσμα διεθνών συμφωνιών και πρακτικών προγενέστερων του Μνημονίου και ειδικά της ένταξης στην ΟΝΕ. Έχει επέλθει, άρα, νομικά και πραγματικά, πολύ πρίν από τον Μάϊο του 2010. Απλώς, το αντιληφθήκαμε και το συνειδητοποιήσαμε, τώρα, με αφορμή την κρίση. Με το Μνημόνιο επικυρώθηκε, πανηγυρικά, η πλήρης εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας και των όρων ανάπτυξής της τόσο από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές όσο και από τη Νομισματική Ένωση της Ευρώπης αλλά και από το ΔΝΤ, δηλαδή από διεθνείς και ευρωπαϊκούς οργανισμούς στους οποίους η Ελλάδα είναι από ετών οργανικό μέλος.

 

Με αυτή την έννοια ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης συμπυκνώνει, απλώς, όχι μόνον το τέλος της αυτόνομης νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής της Ελλάδος, αλλά και την πλήρη, πραγματική αυτή τη φορά, εξάρτηση της οικονομικής μας ανάπτυξης και της κοινωνικής αναπαραγωγής από τους όρους και τις απαιτήσεις των ισχυρών κρατών, όπως της Γερμανίας και της Γαλλίας, και των διεθνών οργανισμών, στα οποία είναι ενταγμένη και συμμετέχει, ως μέλος τους, στη συλλογική διαμόρφωση της πολιτικής τους.

 

Δεν πρέπει εξάλλου να υποτιμούμε το γεγονός ότι όλα αυτά συμβαίνουν στη διεθνή κοινότητα με την συναίνεση των κρατών, ισχυρών και ανίσχυρων, για χάρη της ειρήνης και της διεθνούς τάξης. Προκύπτουν μετά από συνεχείς συνεννοήσεις, χρονοβόρες διαπραγματεύσεις και διαβουλεύσεις ή διεθνείς συμφωνίες. Προϋποθέτουν άρα τυπικά κράτη κυρίαρχα, φορείς κρατικής κυριαρχίας, ικανά να δεσμεύονται διεθνώς με τη θέλησή τους και να αναλαμβάνουν την ευθύνη εκπλήρωσης των διεθνών υποχρεώσεών τους. Αυτό είναι το νέο της εποχής μας: τα κράτη εξακολουθούν να είναι παράγοντες και υποκείμενα της διεθνούς κοινωνίας και να συμμετέχουν ως υποκείμενα του διεθνούς δικαίου στη νέα διεθνή τάξη πραγμάτων, παρόλο που έχουν απολέσει ένα μεγάλο μέρος της «οικονομικής ανεξαρτησίας» τους και άρα ένα μέρος της πραγματικής κυριαρχίας τους.
Η κρίση χρέους των κρατών κατέστησε είναι αλήθεια τα κράτη, προς το παρόν τουλάχιστον, υποχείρια μεν των αγορών, αλλά αύξησε την αλληλεξάρτησή τους καθώς και την ανάγκη της συνεργασίας τους, χωρίς να καταργήσει όμως την κυριαρχίας τους. Δεν φτάσαμε ακόμη στο τέλος των κρατών ούτε της κρατικής κυριαρχίας. Η σύγκρουση αγορών-κρατών αποτελεί το μείζον διακύβευμα της εποχής μας. Από την έκβαση της μοιραίας αυτής σύγκρουσης θα εξαρτηθεί ο νέος ρόλος του κράτους, τη μορφή που θα πάρει το δημοκρατικό πολίτευμα αλλά και το μέλλον που επιφυλάσσεται στις ‘κυρίαρχες’ αρμοδιότητές του. Με αυτή την έννοια η φάση που περνάμε είναι μεταβατική και γι΄αυτό αβέβαιη.
5. Η ανοικοδόμηση του πολιτικού μας «Εμείς», μέσα από την Ευρώπη και με τους λαούς της Ευρώπης για μια άλλη Ευρώπη, μοναδική μακρο-πρόσθεσμη προοπτική εξόδου από τα οικονομικά και πολιτικά μας αδιέξοδα.
Οι ρήξεις και οι ανατροπές, που συντελούνται γύρω μας, ας μην ξεγελιόμαστε, δεν οδηγούν αναγκαστικά σε ένα καλλίτερο και δικαιότερο μέλλον. Είναι δυνατόν και αυτό συμβαίνει όχι σπάνια –αυτό είναι το τίμημα της ανθρώπινης ελευθερίας- να οδηγήσουν, έστω και παροδικά, στην κοινωνική οπισθοδρόμηση, ακόμη και στον ολοκληρωτισμό ή σε ένα αυταρχικό καθεστώς Η ιστορία είναι ανοικτή, δεν είναι προδιαγεγραμμένη. Και όλα εξαρτώνται από την έκβαση της σύγκρουσης, από τις δυνάμεις που θα επικρατήσουν και από την ικανότητα συνειδητής συλλογικής παρέμβασης των πολιτικών υποκειμένων στο ρού της Ιστορίας.
Για το λόγο αυτό, πιστεύω ότι η πιο ρεαλιστική και αποτελεσματική αντιμετώπιση των «δανειστών» μας, κυρίως των ιδιωτών και όχι των του Μνημονίου, που είναι τα κράτη μέλη της ευρωζώνης, δεν είναι να κραυγάζουμε και να αναθεματίζουμε καταγγέλλοντας ιδεαλιστικά και ανέξοδα τις αγορές και επαναλαμβάνοντας κουραστικά, κοινότυπα και στερεότυπα, τα αυτονόητα και χιλιοειπωμένα για τα αδιέξοδα του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος και για την αφόρητη κοινωνική αδικία, αλλά να πάρουμε τη διεθνή συμφωνία που υπέγραψε η χώρα μας με την ΕΕ, το ΔΝΤ και την ΕΚΤ στα σοβαρά, γνωρίζοντας ότι με ξόρκια και λιτανείες ο καπιταλισμός δεν ανατρέπεται και ότι η παγκόσμια επανάσταση δεν είναι προ των πυλών ούτε διαγράφεται εξ όσων γνωρίζω σοσιαλιστική εναλλακτική λύση ή πρόταση. Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ως χώρα τον ασφυκτικό χρηματοπιστωτικό κλοιό που μας περιβάλλει, τον εγκλωβισμό μας σε αυτόν και κυρίως την υπαγωγή μας στην «τυραννία» του Ευρώ και στις πολιτικές του Συμφώνου της Σταθερότητας και να κοιτάξουμε πώς θα απαλλαγούμε ή πως θα ελαφρώσουμε τον ασφυκτικό εναγκαλισμό του δημόσιου χρέους και των αγορών χαράσσοντας έναν ρεαλιστικό δρόμο οικονομικής και πολιτικής ανόρθωσης σε συντονισμό και συνεργασία, πάντα, με τις άλλες χώρες και τους άλλους ευρωπαϊκούς λαούς, στο πλαίσιο της ευρωζώνης και των δημοσιονομικών δεσμεύσεων που η συμμετοχή μας συνεπάγεται[27].
Είναι μάταιο να ζούμε με την ελπίδα ενός εθνικού θαύματος και ακόμη πιο μάταιο να ονειρευόμαστε μια σεισάχθεια ή να προσδοκούμε την εμφάνιση ενός πολιτικού Μεσσία και την νεκρανάσταση του Σόλωνα, ειδικά και αποκλειστικά για τη χώρα μας. Ο Σόλων της εποχής μας, καλώς ή κακώς, δεν είναι άλλος από την κοινοτική-ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, όπως και όταν εκδηλωθεί από τους Μηχανισμούς Ευρωπαϊκής Στήριξης και τις εναλλακτικές πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Η σκλαβιά του διεθνούς οφειλέτη στην οποία οδηγηθήκαμε, ως μωρές παρθένες, δεν εξαλείφεται με ξόρκια και κατάρες και δεν αποτινάσσεται, αν δεν ενεργήσουμε γνωρίζοντας τους αδήριτους νόμους της αγοράς και την ανεξέλεγκτη πάλη συμφερόντων που διέπουν την παγκόσμια οικονομία και αν δεν συνειδητοποιήσουμε ότι η εθνική μας επιβίωση, η πολιτική μας υπόσταση συναρτάται και εξαρτάται από τους δεσμούς που έχουμε υφάνει ως κράτος μέλος της Νομισματικής Ένωσης και βέβαια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η αντιμετώπιση της κρίσης της ζώνης Ευρώ εξαρτάται φυσικά από τον συσχετισμό των κοινωνικών-πολιτικών δυνάμεων και τις οικονομικές πολιτικές στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η πολιτική Άνοιξη για τις ευρωπαϊκές χώρες δεν μπορεί πλέον να είναι εθνική αλλά μόνον Ευρωπαϊκή: ή θα αγκαλιάσει ολόκληρη την Ευρώπη και όλα τα κράτη-μέλη ταυτόχρονα ή, έστω σταδιακά, ή δεν θα ανατείλει ποτέ. Εμείς ούτε να πτωχεύσουμε μπορούμε, ακόμη και να το θελήσουμε ούτε βέβαια να γυρίσουμε στη δραχμή. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει. Σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία της αγοράς η έξοδος από την ΕΕ ή την Ευρω-ζώνη θα οδηγούσε, αν πραγματοποιούνταν, τη χώρα μας σε παντελή χρεοκοπία, στην απομόνωση και ίσως στην καταστροφή[28].

 

Για να συμμετάσχουμε, ωστόσο, ως χώρα, ενεργά και αποφασιστικά στις ευρωπαϊκές διαδικασίες αντιμετώπισης της κρίσης και επικράτησης μιας άλλης χρηματοπιστωτικής πολιτικής στην Ευρώπη, χρειάζεται να ανοικοδομήσουμε το συλλογικό μας ‘Εμείς’ στις νέες συνθήκες της παγκοσμιοποίησης και της οικοδόμησης μιας ενωμένης Ευρώπης. Απαιτείται να αισθανθούμε ότι είμαστε ένα οργανωμένο κοινωνικό σύνολο με ισχυρή κρατική συγκρότηση και σοβαρή πολιτική φωνή.

 

Να συνειδητοποιήσουμε ότι η ζωή, η εργασία και η ευημερία του ενός εξαρτάται από την ευημερία του άλλου και ότι η ευημερία όλων μας από την ισχύ και την αποτελεσματικότητα του Κράτους και της Διοίκησής του. Να συναισθανθούμε ότι το κράτος-διοίκηση ή το κράτος- δημόσιο είναι δικό μας, δεν είναι κάποιου άλλου, ότι είναι μέρος του συλλογικού εαυτού μας, του κακού, του αρνητικού ίσως εαυτού μας, ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε χωρίς αυτό και ότι δεν είναι εχθρός μας ούτε αντίπαλός μας, αλλά ένας αναγκαίος συνοδοιπόρος μας.
Ένας νέος κόσμος γεννιέται σε εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο μέσα από συγκρούσεις, έριδες, ρήξεις και οδύνες και κοινωνική ανασφάλεια. Ας τον αφουγκραστούμε, ας προσπαθήσουμε να τον καταλάβουμε, αν θέλουμε να παρέμβουμε συνειδητά για να τον επηρεάσουμε ή και να τον αλλάξουμε και όχι απλώς να τον υποστούμε αγκιστρωμένοι δογματικά στις κλονιζόμενες από τους παγκόσμιους ανέμους βεβαιότητές μας, οργισμένοι και αγανακτισμένοι απλώς για την αδικία και το κακό που μας έτυχε. Αν πιστεύουμε ειλικρινά ότι μπορούμε να ορίζουμε, έστω και εν μέρει, την εθνική μας μοίρα και δεν θέλουμε να μετατραπούμε σε παθητικούς και ανήμπορους θεατές της, οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε τα όρια και τις δυνατότητές μας και να καταλάβουμε αυτό που γίνεται χωρίς εμάς και για μας, καθώς και αυτό, το ελάχιστο, που μπορούμε να κάνουμε, Εμείς, ως οργανωμένο, εύτακτο και αυτο-προσδιοριζόμενο πολιτικό και κοινωνικό σύνολο.
[1] Ο Κώστας Βεργόπουλος, καθηγητής στο Οικονομικό Τμήμα του Α.Π.Θ. στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, σημειώνει χαρακτηριστικά: «Μια εποχή έχει τελειώσει, ζούμε το τέλος της, έστω και αν η αναδυόμενη νέα παραμένει επί του παρόντος αντιφατική και απροσδιόριστη. Οι πιστωτές περιφέρονται με αρπακτική διάθεση δικαστικού κλητήρα, προβαίνουν σε κατασχέσεις και εκποιήσεις, μέσα σε σωρούς πτωμάτων και ερειπίων της εποχής που έχει ήδη εκπνεύσει. Οι οφειλέτες δηλαδή η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών, συνειδητοποιούν την αυταπάτη της οποίας υπήρξαν θύματα στη διάρκεια της τελευταίας τριακονταετίας» Κώστα Βεργόπουλου, Μετά το τέλος. Η οικονομία της καταστροφής και η επόμενη ημέρα, Λιβάνη, 2011, σ. 13

 

[2] Βλέπε κυρίως, τις μελέτες του στο Κράτος Κοινωνία, Εργασία στη μεταπολεμική Ελλάδα, Θεμέλιο, 1986 και το κλασσικό του, «Είδωλα πολιτισμού. Ελευθερία, ισότητα και αδελφότητα στην σύγχρονη Πολιτεία»
[3] Παναγιώτης Κονδύλης, Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού, από τη μοντέρνα στην μεταμοντέρνα εποχή και από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, Θεμέλιο, 1991, σ. 31/32. Μερικές σκέψεις του αν και γράφτηκαν είκοσι χρόνια πριν είναι ανατριχιαστικά επίκαιρες: «Στην συντριπτική τους πλειοψηφία οι σημερινοί Έλληνες με την καθημερινή τους πράξη κάνουν ό, τι μπορούν για να προσαρμοσθούν κατά το δυνατόν γρηγορότερα και καλύτερα στις συνθήκες της παρασιτικής κατανάλωσης και αυτή περιλαμβάνει οποιαδήποτε δραστηριότητα έχει ως τελική της συνέπεια τη διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα σε όσα παράγονται και σε όσα καταναλώνονται…». «Η ίδια σχιζοφρένεια διέπει και τη συμπεριφορά των κομμάτων, τα οποία πλειοδοτούν σε εθνικιστική ρητορεία την ίδια στιγμή που εκποιούν τον κρατικό μηχανισμό και το κράτος γενικότερα για να ικανοποιήσουν τις καταναλωτικές απαιτήσεις των ψηφοφόρων τους»(σ. 45).
[4] Παναγιώτης Κονδύλης, ό.π., σ. 47 και πιο πάνω με την ίδια σκληρή ειλικρίνεια: «…στην Ελλάδα οι ηδονιστικές αξίες του αυθορμητισμού και της αυτοπραγμάτωσης συμφύρθηκαν με τις παμπάλαιες και πασίγνωστες επιχώριες έξεις της πνευματικής νωθρότητας, του εξυπνακιδισμού και της ημιμάθειας. Η σύμφυρση αυτή ήταν η φυσική και βολική είσοδος του μεταμοντερνισμού σ΄έναν τόπο όπου το αστικό εργασιακό ήθος είναι ουσιαστικά άγνωστο όχι μόνον στον τομέα της υλικής παραγωγής, αλλά και στον τομέα του πνεύματος, όπου δεν διαμορφώθηκαν επιστημονικές παραδόσεις με συνοχή και με μακροχρόνιους φορείς και όπου μίμοι και γελωτοποιοί εκπροσωπούνται με ποσοστά ιδιαιτέρως υψηλά στους κύκλους των διανοουμένων, στα πανεπιστήμια και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης».
[5] Ν. Ξυδάκης, Καθημερινή, 19-11-2011
[6] Γ. Σωτηρέλη, Η οικονομική κρίση ως ευκαιρία για την επαναθεμελίωση του κράτους, σε www.constitutionalism.gr
[7] Βλέπε και τις κριτικές, πολιτικές, αναλύσεις για την πρόσφατη πολιτική κατάσταση της Ελλάδας, του Γιάννη Βούλγαρη, Η μοιραία πενταετία, Η πολιτική της αδράνειας, 2004-2009, Πόλις, ιδίως σ. 270, 324, 330, κυρίως όμως την προγενέστερη μελέτη του για την περίοδο γενικά της Μεταπολίτευσης με τίτλο «Η Ελλάδα από την Μεταπολίτευση στην παγκοσμιοποίηση», Πόλις, 2008, όπου γίνεται μια πλήρης και συνθετική παρουσίαση της εξέλιξης όλων των πτυχών που πολιτικού συστήματος από το 1974 έως το 2004.

 

[8] Εδώ ισχύει η παρατήρηση του Jacques Attali, «Κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα, με τη δημοκρατία να κατακτάται σταδιακά μέσα από επαναστάσεις και απελευθερωτικούς πολέμους, ο λαός γίνεται σιγά σιγά κυρίαρχος. Η άλλη όψη της νεοαποκτηθείσας εξουσίας, ωστόσο, είναι ότι ο λαός είναι στο εξής υπεύθυνος για τις επιπτώσεις του δημόσιου χρέους στα προσωπικά του εισοδήματα – και σε αυτά των παιδιών του. Στο τέλος του αιώνα μετά από εκατοντάδες χρεοστάσια και δύο παγκοσμίους πολέμους, το δημόσιο χρέος έχει γίνει και αυτό παγκόσμιο, ένας τρόπος για την παρούσα γενιά να ζεί παρασιτικά σε βάρος των επόμενων γενεών» (Jacques Attali, Παγκόσμια κατάρρευση σε 10 χρόνια; Δημόσιο χρέος: η τελευταία ευκαιρία, Εκδόσεις Παπαδόπουλος, 2010, σ.79.

 

[9] Βλέπε σχετικά και τις αναλύσεις του Νίκου Αλιβιζάτου, Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στην Νεοελληνική ιστορία, 1800-2010, Πόλις, 2011. ιδίως σελ. 498 επ. 659 επ.. Και για την μεταπολιτευτική περίοδο γενικότερα τα προδρομικά, πολιτικά, κείμενα του Δ. Τσάτσου, Ελληνική Πολιτεία, 1974-1997, Καστανιώτης, 1998, ιδίως σελ. σ. 69 επ.

 

[10] Marcel Gaucher, La révolution moderne, Ι, Gallimard, σ. 15

 

[11] Marcel Gaucher, La démocratie contre elle même,

 

[12] Περισσότερα για την σημασία της επιμερισμένης ή διαδικτυομένης κυριαρχίας, Αντ. Μανιτάκη, ΕλλΣυντΔίκ., τ. Ι., σ. 225, του Ίδιου, Τι είναι κράτος, Σαββάλας, 2007, ιδίως σ. 129, του Ίδιου, Το νόημα της κυριαρχίας και του Συντάγματος ενώπιον της παγκοσμιοποίησης, σε ‘Το Δίκαιο μπροστά στην πρόκληση της παγκοσμιοποίησης’, 2ο Συνέδριο των Ελληνικών Νομικών Σχολών, Εκδ. Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 69-95.

 

[13] St. Madaule, La Grèce est sous la dictature de l’Euro, Le Monde, 17 Mai 201

 

[14] Michel Pinçon, Monique Pinçon-Charlot, Nous vivons sous le régime de l’oligarchie financière, Le Monde, 18 juin 2011

 

[15] Μια πρώτη απόπειρα καταγραφής των συνεπειών στο Σύνταγμα και στη Δημοκρατία από την εμφάνιση της «παγκοσμιοποίησης» έγινε από τον Γ. Σωτηρέλη, Σύνταγμα και Δημοκρατία την εποχή της παγκοσμιοποίησης, Αντ. Σάκκουλας, 2000, ιδίως σ. 61-122, ο οποίος αναζητά –ματαίως κατά τη γνώμη μου- μέσω μιας ριζοσπαστικής συνταγματικής πολιτικής, στην ουσία μέσω μιας αναθεώρησης του Συντάγματος, συνταγματικά αντίβαρα ή συνταγματικές αντιστάσεις στις προκλήσεις της νέας εποχής. Είχε προηγηθεί η ‘προφητική’ μελέτη του Αριστόβουλου Μάνεση, ‘Το Σύνταγμα στο κατώφλι του 21ου αιώνα’, Λόγος στην Ακαδημία Αθηνών, Ανάτυπο από τα Πρακτικά της Ακαδημίας, 1993, σ. 453-481, όπου στη σελίδα 460, διαβάζουμε τα εξής: «Κύριο και καίριο νομικοπολιτικό φαινόμενο της εποχής μας είναι η διείσδυση διεθνών (υπερκρατικών και υπερεθνικών) κανόνων στην εθνική (εσωτερική) έννομη τάξη, διείσδυση που συνεπάγεται αλλοίωση και σχετικοποίηση του κανονιστικού χαρακτήρα του Συντάγματος, το οποίο «οικειοθελώς» τείνει να καταστεί έτσι διάτρητο’.

 

[16] Γιάννης Βούλγαρης, Η Ελλάδα από την Μεταπολίτευση στην παγκοσμιοποίηση, Πόλις, 2008.

 

[17] Στην επικράτηση της μαζικής δημοκρατίας, ως πρότυπου οργάνωσης της κοινωνικής και πολιτικής ζωής των αστικών κοινωνιών, συμπίπτουν οι αναλύσεις του Γιάννη Βούλγαρη με εκείνες του Παναγιώτη Κονδύλη (βλ. Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού, από την μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, Θεμέλιο, 1991, σ. 231 επ.). Μόνο που ο δεύτερος δίνει ένα διαφορετικό, ευρύτερο, περιεχόμενο στον όρο. Εντάσσει σε αυτόν την νοοτροπία και τον τρόπο ζωής και σκέψης που έχει αναπτυχθεί υπό καθεστώς μαζικής δημοκρατίας

 

[18] Γιάννης Βούλγαρης, ό.π., σ. 16/7

 

[19] Γιάννης Βούλγαρης, ό.π., σ. 377.

 

[20] Μ. Hardt-Ant. Negri, Empire, Paris, Exils, 2000. Από ελληνική βιβλιογραφία για την «Αυτοκρατορία» βλέπε την περιεκτική, κριτική μελέτη τουΧρ. Παπαστυλιανού, Σύνταγμα και «αυτοκρατορική» διακυβέρνηση. Τα όρια εσωτερικής και εξωτερικής κυριαρχίας, σε «Ο πειρασμός της Αυτοκρατορίας, (Επιμ. Π. Βόγλης, Ι. Λαλιώτου, Γ. Παπαθεοδώρου), Μεταίχμιο, 2006, σ. 71-103.

 

[21] Μ. Hardt-Ant. Negri,ό.π., σ.32.

 

[22] Idem, σ. 38.

 

[23] Idem, σ. 371 επ.

 

[24] Βλέπε εκτενέστερα Αντ.Μανιτάκη, Τα συνταγματικά ζητήματα του Μνημονίου ενοψει μοιρασμένης κυριαρχίας και επιτηρούμενης δημοσιονομικής πολιτικής: www.constitutionalism.gr .

 

[25] Σχετικά με τη σημασία της ‘βιοεξουσίας» και της «βιοπολιτικής», όροι που καθιερώθηκαν από τον M. Foukaut και δηλώνουν σήμερα την οργανική ανάμειξη σε μια ενοποιημένη τάξη της υλικής ή βιωματικής βάσης με το εποικοδόμημα, βλέπε αναλυτικότερα τις αναλύσεις των ίδιων συγγραφέων στο ίδιο έργο (Empire), σ. 47 επ.

 

[26] Για τη σημασία που έχει για το κράτος έθνος η «κατάσταση ανάγκης ή εξαιρετική κατάσταση» και την μορφή με την οποία εμφανίζεται άλλοτε ως κατάσταση ανομίας ή κενής δικαίου, κυρίως όταν εμφανίζεται ως περίοδος προσωρινής αναστολής της νομιμότητας, και άλλοτε ως κανόνας της εξαίρεσης, όταν η αντίθεση δικαίου και βίας, νόμου και ανομίας χάνεται, βλέπε τις διεισδυτικές αναλύσεις του G. Agamben, Etat d’exception, Seuil, Paris, 2003, σ. 89-110 και ιδίως σ. 144-148, του ίδιου, L’ état d’exception, Le monde, 12-12-2002.

 

[27] Για μια συνοπτική ιδέα των συνεπειών και των δεσμεύσεων της χώρας από την ένταξή της στην ΟΝΕ βλέπε την κατατοπιστική μελέτη του Μωυσή Σιδηρόπουλου, Η χρηματοοικονομική κρίση και η πολιτική και κοινωνική συνοχή της Ευρώπης, σε «Η δημοκρατία μεταξύ ουτοπίας και πραγματικότητας», Χαριστήριες μελέτες στον Ζήση Παπαδημητρίου, Σαββάλας, 2011, σ. 328-342.

 

[28] Βλέπε μεταξύ πολλών, την ανοικτή επιστολή στους Έλληνες, του αρχισυντάκτη του πρακτορείου «Reuters Breakingviews, Hugo Dixon,«Καθημερινή», 2 Ιουλίου 2011 και www.constitutionalism.gr.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

images_184-c7a6329097

Βράβευση από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
Για την πανεπιστημιακή διδασκαλία του τον Δεκέμβριο του 2007.


images_DSC08078

68 Χρόνια από τη σφαγή στο Δίστομο
Εκπροσωπώντας την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό Παναγιώτη Πικραμμένο στην Ιστορική επέτειο.

Φωτογραφίες